Η ανατομία μιας αναπάντεχης εκλογικής νίκης

Σύμφωνα με αξίωμα της πολιτικής επικοινωνίας, τις εκλογές τις κερδίζει αυτός που καταφέρνει να θέσει τα σωστά διλήμματα.

Είναι αυτό που είχαμε επισημάνει εδώ στο Liberal, στο σημείωμα της 23ης Δεκεμβρίου, αμέσως μετά τον α’γύρο των εσωκομματικών εκλογών της Νέας Δημοκρατίας:

«Αυτό που θα αντιπαρατεθεί στον β’γύρο είναι ο τρόπος που η Αντιπολίτευση θα τοποθετηθεί απέναντι στο αίτημα για την ανανέωση της και την άρθρωση πειστικής κυβερνητικής αντιπρότασης».

Ποίοι ήταν λοιπόν οι παράγοντες που επέτρεψαν στον Κυριάκο Μητσοτάκη να διατυπώσει εκείνος τα διλήμματα και να κερδίσει τις εκλογές;

Η απάντηση σ’αυτή την ερώτηση πρέπει ν’αναζητηθεί σε δύο επίπεδα: αυτό των οπαδών της Νέας Δημοκρατίας (ως τέτοιους, στις έρευνες κοινής γνώμης ορίσαμε αυτούς που τον Σεπτέμβριο ψήφισαν το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης) κι αυτό του ευρύτερου εκλογικού σώματος που έφερε στις κάλπες η ανοιχτή εκλογική διαδικασία.
Όσον αφορά τους οπαδούς της Νέας Δημοκρατίας.

Ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης και όσοι τον υποστήριξαν απέτυχαν να ερμηνεύσουν σωστά το αίτημα για ενότητα του κόμματος. Οι πολίτες ζήτησαν μια Νέα Δημοκρατία ενωμένη για  να σταθεί απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και όχι δίπλα στον Αλέξη Τσίπρα. Το ενδεχόμενο ο επόμενος πρόεδρος της ΝΔ να συναινεί στα κυβερνητικά σχέδια σε συνδυασμό με τις φήμες για “υπόγεια επικοινωνία” του πρώην Πρωθυπουγού Κώστα Καραμανλή με το Μέγαρο Μαξίμου συνέβαλλαν στον να εμπεδωθεί ένα αίσθημα σκεπτικισμού απέναντι στην υποψηφιότητα Μεϊμαράκη.

Αλλά και ο ίδιος ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης που υποτίθεται ότι ευαγγελιζόταν την ενότητα, τις τελευταίες εβδομάδες αντιπαρατέθηκε δημοσίως και μάλιστα με τρόπο οξύ με μεσαία στελέχη του κομματικού μηχανισμού, γεγονός που τελικά προκάλεσε συζήτηση για το πώς αντιλαμβανόταν την ενότητα του κόμματος.

Για τους οπαδούς της Νέας Δημοκρατίας και ειδικά για τα κομματικά στελέχη μέτρησε πολύ και η δυνατότητα του επόμενου προέδρου να κερδίσει τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ομάδα του κ.Μεϊμαράκη αν και επικαλούνταν το περίφημο DNA της παράταξης έδειξε να ξεχνάει ότι η ΝΔ ιδρύθηκε απο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ως κόμμα ευρύτερων συγκλίσεων και όχι αποκλεισμών και σ’αυτό ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδειξε ότι μπορεί να φέρει στις κάλπες πολίτες που δεν εντάσσονται κομματικά στη Νέα Δημοκρατία.

Τέλος, όσο και να αφορούσαν ένα κομματικό θώκο, οι εσωκομματικές εκλογές είναι μια βαθιά πολιτική διαδικασία και οι συγκεκριμένες αφορούσαν πρωτίστως την ταυτότητα του κόμματος. Το «λίγο απ’όλα» του Βαγγέλη Μεϊμαράκη δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα κλίμα υπέρ του ειδικά όταν βρέθηκε να έχει απέναντί του έναν υποψήφιο που πήρε καθαρές και απολύτως συγκεκριμένες θέσεις σε όλα τα γενικά και ειδικά πολιτικά ζητήματα.
Όσον αφορά το ευρύτερο, μη κομματικό κομμάτι του πληθυσμού που έλαβε μερος στη διαδικασία:

Μέτρησε πολύ ο τρόπος που διεξήγαγε τον αγώνα του ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Εδειξε επαγγελματισμό, σχεδιασμό, προγραμματισμό, ανάλυση και πειθαρχία. Αυτό μαζί με την κατίσχυσή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτούργησαν ως πειστήρια ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που όχι μόνο γνωρίζει τί σημαίνει σύγχρονο leadership αλλά μπορεί και να λειτουργεί ως σύγχρονος leader.

Ο ένας χρόνος διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ έκανε ορατή την ανάγκη ο επόμενος αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας να είναι ένας μορφωμένος, επαρκής επαγγελματίας αφού εχει γίνει πλέον φανερό ότι η ανεπάρκειά στο πολιτικό προσωπικό στοιχίζει με τρόπο μετρήσιμο στη χώρα.

Πάνω απ’όλα όμως, μέτρησε η υπόσχεση που έδωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης ότι θα πολιτευθεί διαφορετικά εφαρμόζοντας στο κόμμα τις αρχές της αξιοκρατίας μέσα από την αξιολόγηση των στελεχών, της σύνθεσης, της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Οι πολίτες δεν αντέχουν πλέον τον παλιό τρόπο και ο Κυριάκος Μητσοτάκης έπεισε ότι μπορεί να πολιτευθεί διαφορετικά.

Τέλος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έπεισε ότι μπορεί να κερδίσει τον Αλέξη Τσίπρα ανοίγοντας το κόμμα στο Κέντρο και εμπνέοντας ακόμα κι αυτούς που δεν τον ψήφισαν να εργαστούν μαζί του.
Τί περιμένουμε στο εξής από τη Νέα Δημοκρατία;

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δείχνει να έχει αντιληφθεί ότι δεν το κόμμα δεν έγινε μέσα σ’ενα βράδυ φιλελεύθερο και ότι αναδείχθηκε αρχηγός σ’ενα συντηρητικό, κεντροδεξιό κόμμα με ισχυρές φωνές της λεγόμενης λαϊκής δεξιάς. Θα καταφέρει να εκπληρώσει την υπόσχεσή του για νέο τρόπο πολιτεύεσθαι, αν διακρίνει τα στελέχη που μπορούν να δουλέψουν σ’αυτο μαζί του, άσχετα από το πού ανήκουν. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι από τους βουλευτές που ψήφισαν το σύμφωνο συμβίωσης δεν στάθηκαν δίπλα του όμως αντιλήφθηκαν ότι η εποχή απαιτεί εναν άλλο, πραγματιστικό τρόπο του πολιτεύεσθαι.
Στοίχημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι να καταφέρει να αποδείξει ότι στο σύγχρονο κόσμο ο τρόπος του πολιτεύεσθαι είναι που παράγει πολιτική κουλτούρα περισσότερο από τις συζητήσεις περί ιδεολογίας και ότι το αποτέλεσμα είναι αυτό που  μετράει. Άλλωστε η εκλογή του από μόνη της λειτουργεί ως απόδειξη όλων των παραπάνω.

Δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 11/11/2016

Εκλογές Νέας Δημοκρατίας – β’ γύρος: Θέσεις ή «λίγο απ’ όλα;

Την Κυριακή, στις εκλογές για την ανάδειξη προέδρου Νέας Δημοκρατίας, ο υποψήφιος για τη θέση κ. Βαγγέλης Μεϊμαράκης εμφανίστηκε φορώντας μια πολύ περίεργη μπλούζα, απροσδιόριστης κατηγορίας. Ήταν κάτι μεταξύ ζιβάγκο, πουλόβερ και πουκάμισου. Εξίσου απροσδιόριστο ήταν και το χρώμα της: κάτι μεταξύ του γαλάζιου της Νέας Δημοκρατίας και του μωβ που επιλέγουν συνήθως οι φιλελεύθεροι του Κέντρου. Αυτή η ενδυματολογική επιλογή οπτικοποίησε με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια όλα όσα κομίζει ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης στη συζήτηση για τη φυσιογνωμία της κεντροδεξιάς. Όλα όσα, τελικώς, δείχνουν να γίνονται αποδεκτά από μεγάλη μερίδα των φίλων, υποστηρικτών και ψηφοφόρων της και κωδικοποιούνται στην εξής φράση: λίγο απ’ όλα.

Αν και όλοι συμφωνούν με τη θέση ότι η Νέα Δημοκρατία χρειάζεται επειγόντως διακριτή ταυτότητα την οποία θα ορίζουν οι θέσεις της περισσότερο από τις αποφάσεις/αντιθέσεις της, τελικά είναι το «λίγο απ’ όλα», όπως το εκφράζει ο κ. Μεϊμαράκης, που προηγείται μέσα από τη διαδικασία της κάλπης τουλάχιστον.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Πρώτα απ’ όλα η Νέα Δημοκρατία δεν έχει καταφέρει να κάνει τη διάκριση μεταξύ της φυσιογνωμίας του κόμματος και της αποτελεσματικότερης τακτικής που πρέπει αυτό να υιοθετήσει απέναντι στην κυβέρνηση. Η Νέα Δημοκρατία δείχνει να μην έχει καταλάβει ότι άλλο πράγμα είναι η ταυτότητα, άλλο η στρατηγική, άλλο η τακτική. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι δείχνουν να πιστεύουν ότι μια σκληρή αντιπολίτευση σε κατατάσσει αυτομάτως στη λαϊκή δεξιά ή ότι «λαϊκή δεξιά» σημαίνει αντιπολίτευση σε υψηλούς τόνους. Άλλοι πάλι, προφανώς οι περισσότεροι, θεωρούν ότι κεντροδεξιά και συναίνεση σημαίνουν «λίγο απ’ όλα» και δεν σχετίζεται με κάποιο συγκεκριμένο αίτημα της οικονομικής και κοινωνικής ατζέντας, οπότε δεν κρίνουν σκόπιμο ν’ αρθρώνουν λέξη πολιτικού λόγου. Η σύγχυση αυτή είχε συνέπειες και στη γενικότερη συζήτηση. Από τον Ιανουάριο και μετά βλέπουμε στελέχη της Νέας Δημοκρατίας να ομιλούν για τη φυσιογνωμία του κόμματος, ενώ, στην πραγματικότητα, αναλύουν μια αντιπολιτευτική στρατηγική, με αποτέλεσμα η συζήτηση να γίνεται περισσότερο για το ύφος του αντιπολιτευτικού λόγου και όχι για το περιεχόμενό του.

Στον αντίποδα του «λίγο απ’ όλα» στάθηκε ο προεκλογικός αγώνας του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος παρουσίασε συγκεκριμένες προτάσεις, υπερασπίστηκε πολιτικές, έθεσε στόχους. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης περιέγραψε τη Νέα Δημοκρατία του παρόντος και του μέλλοντος μέσα από θέσεις και όχι αντιρρήσεις. Αυτή η επιλογή ήταν στρατηγικά επιτυχημένη. Αφενός αυτή η προσέγγιση ως τρόπος σκέπτεσθαι λειτουργεί από μόνη της ως τεκμήριο πραγματικά μεταρρυθμιστικής διάθεσης. Αφετέρου, ήταν αυτό που τον βοήθησε ν’ απαλλαγεί από το «βαρίδι» του ονόματός του.

Ο δεύτερος γύρος των εκλογών στη Νέα Δημοκρατία δεν θα έχει να κάνει τόσο με αντιπαράθεση ιδεολογίας, αφού δεν γίνεται ν’ αντιπαρατεθεί η φιλελεύθερη μεταρρυθμιστική κεντροδεξιά με το «λίγο απ’ όλα». Δεν υπάρχει περιεχόμενο αντιπαράθεσης στο επίπεδο των θέσεων και των ιδεών. Αυτό που θα αντιπαρατεθεί είναι ο τρόπος που η Αντιπολίτευση θα τοποθετηθεί απέναντι στο αίτημα για την ανανέωση της και την άρθρωση πειστικής κυβερνητικής αντιπρότασης.

Πώς θα βγούμε από το αδιέξοδο; Με συγκεκριμένες θέσεις ή με «λίγο απ’ όλα»; Το πόσο ορθολογικά θα τοποθετηθούν οι ψηφοφόροι απέναντι στο ερώτημα θα το μάθουμε στις 10 Ιανουαρίου.

Δημοσιεύθηκε στο Liberal.gr στις 23/12/2015

Η ατζέντα μπορεί να κρίνει τις εσωκομματικές στη Νέα Δημοκρατία.

Οι εσωκομματικές εκλογές στη Νέα Δημοκρατία πέρα από την αυτονόητη πολιτική τους σημασία παρουσιάζουν ένα εξαιρετικά μεγάλο ενδιαφέρον για τον ευρύτερο χώρο των πολιτικών επιστημών και της στρατηγικής πολιτικών μηνυμάτων, δεδομένου ότι η Νέα Δημοκρατία έχει απήχηση σ’ενα ευρύτατο φάσμα ψηφοφόρων, από τη Δεξιά μέχρι τη Κεντροδεξιά και τους Φιλελεύθερους αλλά κι ένα ευρύτερο τμήμα του εκσυγχρονιστικού/μεταρρυθμιστικού χώρου όπως αυτός έχει κατά καιρούς εκφραστεί από κόμματα όπως η Δράση ή το Ποτάμι.
Την ίδια στιγμή η ανοιχτή διαδικασία με την οποία θα διεξαχθούν οι εσωκομματικές εκλογές της Κυριακής, συνεπάγεται περιορισμούς στην δημοσκοπική πρόβλεψη του αποτελέσματος δεδομένου ότι δεν είναι σαφές το εκλογικό σώμα που θα προσέλθει, τελικώς, στην κάλπη.

Οι έρευνες που διεξήγαγε η εταιρεία Prorata έχουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί επιχειρούν να υπερβούν τους περιορισμούς, διερευνώντας τα κριτήρια βάσει των οποίων το εκλογικό σώμα θα επιλέξει πρόεδρο για τη Νέα Δημοκρατία. Σημειώνουμε ότι σε όλες έρευνες της Prorata δεν δηλώνεται πρόθεση ψήφου ακριβώς γιατί με το εκλογικό σώμα σε ρόλο «αγνώστου Χ» αυτή η πρόβλεψη θα ήταν προβληματική.
Η τελευταία έρευνα πολιτικών στάσεων και ανίχνευσης εντυπώσεων που διεξήγαγε η Prorata στο διάστημα 17-17 Νοεμβρίου μας δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία για τις εκλογές της Κυριακής.

Τα κριτήρια για την επιλογή προέδρου τέθηκαν από τους ίδιους τους υποψηφίους κατά τον προεκλογικό τους αγώνα καθώς ο καθένας από αυτούς ταυτίστηκε με το ζητούμενο που έθεσε ως διακύβευμα για το κόμμα του.

Τέσσερα είναι τα σημαντικότερα κριτήρια επιλογής του επόμενου αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας:
1. Να κρατήσει το κόμμα ενωμένο.
2. Να νικήσει τον Αλέξη Τσίπρα στην επόμενη εκλογική μάχη.
3. Να εφαρμόσει αποτελεσματικότερα τις Μεταρρυθμίσεις.
4. Να ανανεώσει το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.

Στην έρευνα προφανώς μετράμε τόσο ανάμεσα σε αυτούς που δηλώνουν ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας όσο και το γενικό πληθυσμό. Επιπροσθέτως, σε όλες τις τελευταίες πολιτικές έρευνες κοινής γνώμης που διεξήγαγε και διεξάγει η Prorata αναζητούνται απαντήσεις και βάσει της ψήφου στο δημοψήφισμα του Ιουλίου γιατί αντιμετωπίζουμε το δημοψήφισμα ως ένα μείζον πολιτικό γεγονός που η σε βάθος χρόνου διερεύνησή του προσκομίζει πάντα ενδιαφέροντα στοιχεία είτε ως επαλήθευση είτε ως συμπληρωματική ερμηνεία πολιτικών/εκλογικών συμπεριφορών.

Από την έρευνα προκύπτει σαφώς ότι στους ψηφόρους της Νέας Δημοκρατίας τον Σεπτέμβριο του 2015 το κριτήριο της Ενότητας αναδεικνύεται ως το σημαντικότερο κριτήριο επιλογή και σε ποσοστό που ανέρχεται στο 37% του δείγματος. Στον γενικό πληθυσμό, αντιθέτως, ως σημαντικότερο κριτήριο επιλογής προέδρου είναι η ικανότητά του ν’ανανεώσει το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας (38% του δείγματος).

Πιο συγκεκριμένα. Ανάμεσα στους ψηφοφόρους της ΝΔ που δηλώνουν ότι είναι βέβαιο ότι θα προσέλθουν στην κάλπη πρώτο κριτήριο αναδεικνύεται αυτό της Ενότητας (38%), δεύτερο αυτό της Ανανέωσης (27%) και τρίτο, με σχετικά μικρή διαφορά, τη δυνατότητα του νέου προέδρου να εφαρμόσει Μεταρρυθμίσεις (24%).

Στη λεγόμενη παράσταση νίκης, στον γενικό πληθυσμό, ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης υποδεικνύεται σε ποσοστό 59% ως ο νικητής των εκλογών.

Συνοπτικά, τα ευρήματα αυτά μας δίνουν αρκετά στοιχεία για τα κριτήρια που δείχνουν ότι θα επικρατήσουν για την επιλογή αρχηγού και σε συνδυασμό με το κάθε πρόσωπο που τα εκφράζει οδηγούμαστε σε κάποια συμπεράσματα.

Όπως έγραψα από την αρχή, σημαντικός παράγοντας θα είναι η προσέλευση στην κάλπη. Σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές αυτό το στοιχείο μπορεί να ειναι και το καθοριστικό για την εκλογή.
Ετέθη λοιπόν ως ερώτηση διασταύρωσης, αν ο ερωτώμενος είχε συμμετάσχει στις εσωκομματικές εκλογές του 2009 και πόσο πιθανό είναι να συμμετάσχει στις εκλογές της Κυριακές.
Από αυτούς που είχαν ψηφίσει για αρχηγό το 2009 ένα 43% δηλώνει μετά βεβαιότητος ότι θα συμμετάσχει στις εκλογές της Κυριακής.

Τα ποιοτικά στοιχεία της έρευνας, βάσει της ατζέντας των κοινωνικών αιτημάτων μας δείχνουν ότι ανάμεσα στους τέσσερις υποψηφίους φαίνεται ότι διαμορφώνονται δυο θεματικές υποψηφιότητες, πάντα σύμφωνα με το πώς το αντιλαμβάνεται η κοινή γνώμη τα δεδομένα. Έχουμε μια μεταρρυθμιστική/προοδευτική θεματική υποψηφιοτητα που συνδέεται με το πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη και μια ακραιφνώς συντηρητική που συνδέεται με τον Απόστολο Τζιτζικώστα.

Σε όλους τους δείκτες απήχησης, άσχετα αν οι ερωτώμενοι ψήφισαν ή όχι ΝΔ και ασχέτως αν σκοπεύουν να προσέλθουν την Κυριακή στην κάλπη, πρώτος αναδεικνύεται ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πως στην ίδια ερώτηση, ως προς την ψήφο στο δημοψήφισμα του Ιουλίου, ο Απόστολος Τζιτζικώστας αναδεικνύεται δεύτερος ανάμεσα στους οπαδούς του ΟΧΙ (στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ) ενώ στους ψηφοφόρους του ΝΑΙ δεύτερος αναδεικνύεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Απ’όλα τα παραπάνω εκτιμώ ότι σ’ενα μεγάλο ποσοστό, η δεύτερη θέση θα κριθεί απο την ικανότητα που θα έχουν οι υποψήφιοι να προσεκλύσουν το σώμα στις κάλπες, ένα εγχείρημα που διευκολύνεται, τουλάχιστον σε επίπεδο στρατηγικών επιλογών στην επικοινωνία από τις θεματικές υποψηφιότητες. Οι μεταρρυθμιστές/εκσυγχρονιστές και οι φιλελεύθεροι που θα αποφασίσουν να προσέλθουν στις κάλπες ή αντίστοιχα οι υπερσυντηρητικοί/αντιευρωπαϊστές μπορεί να κρίνουν τα αποτελέσματα του α’γύρου.
Μένει να δούμε, αν οι υποψήφιοι θα «παίξουν», έστω και την τελευταία στιγμή, σ’αυτό το πεδίο.

Δημοσιεύθηκε στο Liberal.gr στις 20/11/2015

Τοτέμ και Ταμπού.

Σωστά έπραξε ο Πρωθυπουργός και Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ και έσπευσε να συναντηθεί με τον Μίκη Θεοδωράκη, μετά από ένα μπαράζ αρνητικών σχολίων που προκάλεσε εντός της ευρύτερης αριστεράς η συμφωνία που ανακοίνωσε το Eurogroup την Παρασκευή, στις Βρυξέλλες.

Και έπραξε σωστά γιατί τα τελευταία χρόνια, και εννοώ βέβαια αυτά του περίφημου «αντιμνημονιακού αγώνα», ο ΣΥΡΙΖΑ πολιτεύθηκε κυρίως με σύμβολα της ιστορικής Αριστεράς όπως ο Μανώλης Γλέζος και ο Μίκης Θεοδωράκης και πρώτα σ’ αυτά απέτεισε φόρο τιμής την επαύριο της ανάδειξής του σε κυβέρνηση με την επίσκεψη του Πρωθυπουργού στην Καισαριανή. Δεν χρειάζεται να ασχολείται κανείς πολύ με την πολιτική για να καταλάβει γιατί απ’ όλα τα αριστερά σύμβολα ο Πρωθυπουργός επέλεξε να καθησυχάσει τον Μίκη Θεοδωράκη. Ο Μανώλης Γλέζος ανήκει στον κομματικό μηχανισμό του ΣΥΡΙΖΑ ως μέλος της κοινοβουλευτικής του ομάδας στο Ευρωκοινοβούλιο και η συνάντηση του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ με το κόμμα και τα όργανά του είναι κάτι που έχει μετατεθέσει για αργότερα.

«Σαν πολεμιστής ξέρεις ότι στις μάχες χρειάζεται στρατηγική» είπε ο Πρωθυπουργός στον Μίκη Θεοδωράκη όταν ο δεύτερος τον υποδέχτηκε στο σπίτι του και ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Πρωθυπουργός αστόχησε στην πρώτη του ατάκα, αν θυμηθεί ότι στο πλαίσιο της στρατηγικής άλλων μεγάλων μαχών κατά το παρελθόν, ο πολεμιστής Μίκης Θεοδωράκης είχε συνταχθεί μέχρι και με τη Νέα Δημοκρατία;

Σωστά από κάθε άποψη έπραξε ο Πρωθυπουργός, λοιπόν. Το ερώτημα βέβαια είναι αν η διαχείριση του συμβόλου «Μίκης Θεοδωράκης» θα του αποκομίσει κάποια πραγματικά οφέλη και μάλιστα τώρα που το Γιούρογκρουπ αποδέχτηκε ασμένως τη λίστα των μεταρρυθμίσεων που απέστειλε η κυβέρνηση και για πολλούς δεν είναι τίποτε άλλο από μια συνέχιση των μνημονίων που υπέγραψε η προηγούμενη κυβέρνηση και υπάρχει και διάχυτη η αντίληψη ότι ο Πρωθυπουργός και Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ θα έχει να αντιμετωπίσει σφοδρής έντασης εσωκομματική αντιπολίτευση.

Όπως ανέφερα και παραπάνω, όλα αυτά τα χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ πολιτεύθηκε και πορεύτηκε με τα σύμβολα και δη με σύμβολα που, όπως έχουν κάποιοι επισημάνει εύστοχα, ανάγονταν στο απώτερο αριστερό παρελθόν με ευθείες αναφορές στο ΕΑΜικό κίνημα. Όμως, δεν είναι αυτή η στρατηγική που του έδωσε την νίκη και τελικά την κυβέρνηση. Όπως ανέλυσε πρόσφατα ο καθηγητής Ηλίας Νικολακόπουλος, σε εκδήλωση του περιοδικού «Χρόνος» την επαύριο των εκλογών, το ρεύμα νίκης του ΣΥΡΙΖΑ προερχόταν ευθέως από απογοητευμένους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας και όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά (το βλέπετε στο 10:12’ του βίντεο) «Η ψήφος αποδοκιμασίας δεν είναι σταθερή ψήφος». Και η ψήφος αποδοκιμασίας είναι μια ψήφος στην οποία δεν λογοδοτείς αφού τα κόμματα λογοδοτούν μόνο στους οπαδούς τους, θα συμπληρώσω εγώ.
Σ’ ένα από τα πιο γνωστά του έργα, που φέρει τον τίτλο «Τοτέμ και ταμπού», ο πατέρας της ψυχανάλυσης Ζίγκμουντ Φρόιντ αναλύει τον ρόλο που παίζουν τα τοτέμ, δηλαδή τα ιερά σύμβολα της φυλής, στο συλλογικό υποσυνείδητο αφού συμβολίζουν όλα αυτά που μια ομάδα ανθρώπων θεωρεί ιερά. Ταυτόχρονα, όμως, κάθε αμφισβήτηση του τοτέμ δηλαδή του συμβόλου όλων των ιερών, συνιστά και το ταμπού της ίδιας ομάδας ανθρώπων. Κάθε σύμβολο δεν ορίζει μόνο το ιερό αλλά ορίζει και το απαγορευμένο. Το θυμήθηκα βλέποντας τις φωτογραφίες από τη συνάντηση Τσίπρα-Θεοδωράκη.

Μπορεί, λοιπόν, το ρεύμα της αποδοκιμασίας προς την προηγούμενη κυβέρνηση να έδωσε την εξουσία στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μείνει με τα δικά του τοτέμ στα χέρια για να διαχειριστεί αυτή την εξουσία. Σε ποιο βαθμό θα καταφέρει να τα διατηρήσει άθικτα και να τα κρεμάσει πάλι ανέπαφα στους τοίχους από τους οποίους τα κατέβασε για να διεξάγει τον αντιμνημονιακό αγώνα χωρίς αυτά να μετατραπούν σε ταμπού, χωρίς δηλαδή να διαπράξει «ιεροσυλία» είναι κάτι που μας ενδιαφέρει να δούμε το αμέσως επόμενο διάστημα. Και ο λόγος που μας ενδιαφέρει κάτι τέτοιο είναι γιατί αυτή η διαχείριση θα έχει να μας πει πολλά για τη μελλοντική ιδεολογική φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ, μιας και ως πρώτη αριστερή κυβέρνηση της χώρας επέλεξε να αιφνιδιάσει τους πάντες μπαίνοντας στο ίδιο κάδρο με το κόμμα-υβρίδιο των Ανεξάρτητων Ελλήνων αντί κάποιου άλλου κομματικού σχηματισμού της Κεντροαριστεράς.

Δημοσιεύθηκε στις 25/02/2015 στο Protagon

Όταν η είδηση θάβεται πριν από τα πτώματα

Σε εισήγησή του σε ημερίδα του Πανεπιστημίου Αθηνών το 2010, ο Πάσχος Μανδραβέλης έκανε μια εξαιρετικά σημαντική επισήμανση: τα ελληνικά ΜΜΕ «έχασαν» τη μεγαλύτερη και σοβαρότερη είδηση της Μεταπολίτευσης που δεν ήταν άλλη από την πληροφορία ότι η χώρα όδευε ολοταχώς σε χρεοκοπία. Μια όχι τόσο ωραία πρωία, οι πολίτες πληροφορήθηκαν έκπληκτοι ότι η χώρα βυθιζόταν, ένα γεγονός για το οποίο κανείς δεν τους είχε προειδοποιήσει έγκαιρα. Αυτή την αλήθεια δεν την είχαν αποκρύψει μόνον οι κυβερνήσεις για τις οποίες θα μπορούσε κανείς να πει ότι είχαν όφελος από το να την αποκρύψουν αλλά και ο Τύπος που ο ρόλος του είναι να αποκαλύπτει τις αλήθειες που κάθε κυβέρνηση επιχειρεί να αποκρύψει.

Οι αιτίες αυτης της «ελληνικής ιδιαιτερότητας» (όπως θέλουμε να βαφτίζουμε τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας) στη λειτουργία του Τύπου είναι λίγο πολύ γνωστές κι αναλύονται επαρκώς και με παραδείγματα στην εισήγηση του Μανδραβέλη που συνέδεσα πιο πάνω.

Θα περίμενε κανείς ωστόσο ότι η κρίση θα άλλαζε αυτή την κατάσταση. Μάταια. Την εβδομάδα που μας πέρασε ξαναζήσαμε αυτή τη δυσλειτουργία και μάλιστα στον υπερθετικό βαθμό. Από τη μία, στην επικαιρότητα κυριάρχησε το θέμα της απόδρασης του Χριστόδουλου Ξηρού με το βίντεο που έδωσε ο ίδιος στη δημοσιότητα. Από την άλλη, αν ο Επίτροπος Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης και η Διεθνής Αμνηστία αρχικά και η Αξιωματική Αντιπολίτευση στη συνέχεια δεν είχαν «ανεβάσει» το θέμα του τραγικού ναυαγίου στο Φαρμακονήσι, η είδηση μάλλον θα είχε περάσει στα ψιλά· το εντυπωσιακό όμως είναι ότι κι αφού ξέσπασε το ζήτημα και ο Υπουργος Ναυτιλίας έκανε τις γνωστές, ανεκδιήγητες δηλώσεις του, κάποια Μέσα συνέχισαν να υποβαθμίζουν προκλητικά το σοβαρό θέμα που δημιουργήθηκε.

Ο Τύπος δεν αρκέστηκε στον σχολιασμό του διαγγέλματος του τρομοκράτη. Οι πανελίστες δημοσιογράφοι και οι σχολιαστές, βρέθηκαν να διαλέγονται στην κυριολεξία με τις δηλώσεις των καταδικασμένων τρομοκρατών που ακολούθησαν αφού πρώτα τους έδωσαν κεντρική θέση στον δημόσιο διάλογο. Μέσα σ΄αυτό κλίμα δημοσίου διαλόγου και με όρους που ξεπερνούν κάθε έννοια δεοντολογίας (κανείς δεν αναρωτήθηκε υπό ποίες συνθήκες οι κρατούμενοι έκαναν τις όποιες δηλώσεις τους) η υστερική σύγκρουση κυβέρνησης-αντιπολίτευσης φαντάζει ως το μόνο λογικό επακόλουθο. Δημιουργείται μάλιστα αυτό που στην επικοινωνία ονομάζεται «ελεγχόμενο πεδίο σύγκρουσης», όπου οι αντιδράσεις και των δύο πλευρών είναι απολύτως προβλέψιμες και ως τέτοιες δεν προκαλούν καμία πολιτικη εξέλιξη και καμία σοβαρή βλάβη στον αντίπαλο. Αντιθέτως λειτουργούν μάλλον συσπειρωτικά και στα δυο στρατόπεδα. Μια αέναη τελετουργία από την οποία το μόνο τραγικό θύμα είναι η πολιτική ως δημοκρατική διαδικασία.

Την ίδια στιγμή η απόπειρα υποβάθμισης των γεγονότων στο Φαρμακονήσι και όσων επακολούθησαν αφήνουν άπλετο χώρο στη δημιουργία εντυπώσεων, συνομωσιών, εμπέδωσης του αισθήματος της καχυποψίας στους πολίτες απέναντι στους πυλώνες της Δημοκρατίας. Σε οποιαδήποτε άλλη δυτική χώρα, ο Τύπος θα πίεζε την κυβέρνηση μέσω των κύριων άρθρων των εφημερίδων να διατάξει ανεξάρτητη έρευνα για τα γεγονότα και την πίεση αυτή θα την ασκούσαν κατεξοχήν οι εφημερίδες της συμπολίτευσης αφού μια ανεξάρτητη έρευνα θα λειτουργούσε προς όφελος της ίδιας της κυβέρνησης.

Σ’αυτή την… εξίσωση, υπάρχει κι ένας τρίτος παράγοντας που θα μπορούσε να αποδειχτεί ο σημαντικότερος όλων και να λειτουργήσει ως καταλύτης των εξελίξεων στον χώρο του Τύπου και δεν είναι άλλος από τα social media. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σε κάθε κοινωνία οι χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, του twitter και του facebook αναπαράγουν την κουλτούρα Τύπου που επικρατεί, αυτό συμβαίνει σ’ όλες τις χώρες. Μια πραγματική «δημοσιογραφία των πολιτών» όμως που θα έθετε ερωτήσεις, θ’ αναζητούσε απαντήσεις και θα επιχειρούσε να ορίσει την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου, θα λειτουργούσε ασφυκτικά προς τα παλαιά μοντέλα και τους φορείς της παθογένειας. Ακόμα κι αν οι χρήστες των social media μειοψηφούν έναντι των τηλεθεατών μπορούν να λειτουργησουν ως φυσικοί πομποί πληροφόρησης στα δικά τους κοινωνικά περιβάλλοντα εκτός του ψηφιακού κόσμου.

Για να το πω απλά, τα ΜΜΕ λειτουργούν μ’ αυτό τον τρόπο γιατί μπορούν. Κανείς δεν αμφισβητεί έμπρακτα τη λειτουργία τους αναδεικνύοντας εναλλακτικούς, αποτελεσματικότερους και εγκυρότερους τρόπους παραγωγής ειδήσεων. Αποκρύπτουν ειδήσεις, γιατί μπορούν. Αναδεικνύουν περιφερειακά ζητήματα σε μείζονα, γιατί μπορούν να το κάνουν χωρίς έμπρακτο ανταγωνισμό.

Θα διακινδυνεύσω μια πρόβλεψη: το επόμενο διάστημα και με την συγκυρία που θα δημιουργήσουν κυρίως οι αυτοδιοικητικές εκλογές, θα δούμε τις πρώτες συστηματικές απόπειρες της κοινωνίας των πολιτών να αναλάβει μέρος της ενημέρωσης και της παραγωγής ειδήσεων στα χέρια της. Κι όταν θα συμβεί αυτό, μετά τίποτα δεν θα είναι πλέον το ίδιο.

Δημοσιεύθηκε στο Protagon στις 26/01/2014

Δημήτρη Ψυχογιού, Η πολιτική βία στην ελληνική κοινωνία

 

i_politiki_via_stin_elliniki_koinonia

Ο Δημήτης Ψυχογιός, στο βιβλίο του “Η πολιτική βία στην ελληνική κοινωνία” (Εκδόσεις Επίκεντρο), με το οποίο επιχειρεί να ερμηνεύσει το φαινόμενο της πολιτικής βίας στην Ελλάδα, αναπτύσσει μια ενδιαφέρουσα θεωρία· τη διατυπώνει μάλιστα από τον πρόλογο του βιβλίου του: Το πρόβλημα της πολιτικής βίας στη χώρα μας πρέπει να ερμηνευθεί με όρους πολιτισμικούς, προτείνει ο συγγραφέας. Λέει χαρακτηριστικά: “(η βία)…Διαχέεται από τη ρητορική μίσους των πολιτικών πρωταγωνιστών, αλλά διαιωνίζεται επειδή αποθεώνεται η πολεμική βία των πραγματικών ή φανταστικών προγόνων μας…” (σελ. 10).   Σε αυτή τη βάση οι δύο μεγάλες παρατάξεις, η Δεξιά και η Αριστερά, έχουν κάθε μια πλάσσει τη δική της μυθολογία. Η δεξιά μυθολογία τρέφεται από την “πολεμική αρετή των Ελλήνων”, ενώ η αριστερή από το “αντιστασιακό ήθος του ελληνισμού”.

Σε κάθε περίπτωση, συνεχίζει πιο κάτω ο συγγραφέας, αυτή “η συγκρουσιακή κουλτούρα καλλιεργείται ήδη από το σχολείο, με την ανάγνωση της ελληνικής ιστορίας ως αλυσίδα ‘αδιαπραγμάτευτων’ αγώνων του έθνους που ξεκινούν από τον Μαραθώνα και φτάνουν ως σήμερα” (σελ. 49).

Η αναζωπύρωση του φαινομένου της πολιτικής βίας στη χώρα κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια αυτομάτως καθιστά την προσέγγιση εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και σημαντική, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του γενικού αναστοχασμού που λαμβάνει χώρα αυτή τη στιγμή στην ελληνική κοινωνία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Για να υποστηρίξει την ιδέα του περί των πολιτισμικών χαρακτηριστικών της πολιτικής βίας, αρχικά  ο συγγραφέας σχολιάζει αφηγούμενος τη “μακρά δεκαετία του ’70” με αρχή το 1968 η οποία είναι για τη Δυτική Ευρώπη η δεκαετία του αριστερισμού, της εξτρεμιστικής αντικοινοβουλευτικής αριστεράς, με ομοιότητες, διαφορές και διαβαθμίσεις ανά χώρα τις οποίες ο συγγραφέας επισημαίνει με την ερμηνευτική τεχνική των διαρκών προβολών προς το πρόσφατο και απώτερο παρελθόν κάθε χώρας για να καταλήξει στην “ελληνική ιδιαιτερότητα” που ορίζεται ως η αδιάλειπτη συνέχεια του φαινομένου της πολιτικής βίας στη χώρα μας ακόμα κι όταν στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες τα φαινόμενα του εξτρεμισμού έχουν περιθωριοποιηθεί ή και εξαληφθεί.

Ο συγγραφέας αφηγείται και σχολιάζει με δηλωμένα διπλή ιδιότητα: άλλοτε ως πρωταγωνιστής της  αμέσως μετά τη Χούντα περιόδου, με τη δράση του στην αριστερά που του επέτρεψε να γνωρίζει πρόσωπα αλλά κυρίως τρόπους του σκέπτεσθαι στο συγκεκριμένο χώρο και ως δημοσιογράφος-αναλυτής και είναι αυτή η διπλή ιδιότητα που κάνει το βιβλίο εξαιρετικά ενδιαφέρον ως ντοκουμέντο αλλά και εξαιρετικά γοητευτικό ως ανάγνωσμα με το καταιγιστικό, δημοσιογραφικό ύφος που υιοθετεί στην αφήγησή του ο συγγραφέας.

Ο Δημήτρης Ψυχογιός γράφει τολμηρά και χωρίς περιστροφές κι ενώ δεν το δηλώνει, είναι προφανές στον αναγνώστη ότι η αντιδικτατορική του δράση (ο συγγραφέας συνελήφθη και βασανίστηκε από τη Χούντα) αφενός του δίνει το ηθικό πλεονέκτημα να προβαίνει σε διαπιστώσεις και κρίσεις για τα γεγονότα και αφετέρου τον προστατεύει από την κατηγορία του “ιδεολογικά ύποπτου” που αποδίδεται πολύ εύκολα στον καθένα σήμερα που παρεμβαίνει στη δημόσια σφαίρα.

Την ίδια στιγμή αυτό είναι και το μεγαλύτερο μειονέκτημα του βιβλίου: ο υποκειμενικός χαρακτήρας της ανάλυσης τη στιγμή που ο βασικός μάρτυρας των γεγονότων που παρουσιάζονται είναι ο ίδιος ο αναλυτής-αφηγητής, μια αίσθηση που τονίζεται με την υποβόσκουσα “επίκληση στην αυθεντία” του “ήμουν στην Αριστερά άρα εξ ορισμού ξέρω πώς σκεφτονται”.

Έπειτα, ενώ ο συγγραφέας αναδεικνύει επαρκέστατα τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της ελληνικής εκδοχής του φαινομένου της πολιτικής βίας όπως αυτά αναπαράγονται από την παιδεία μας για να καταλήξουν βασικά χαρακτηριστικά της αυτοσυνειδησίας μας, δεν σχολιάζει καθόλου την “ελληνική ιδιαιτερότητα” στην εξέλιξη του πολιτεύματος. Το γεγονός ότι το δικαίωμα στην καθολική ψηφοφορία δόθηκε σ’ενα σώμα που είχε θεμελιώσει ήδη την πολιτική βία ως βασικό του χαρακτηριστικό ενώ στη Δυτική Ευρώπη ο κοινοβουλευτισμός αναπτύχθηκε με τη σταδιακή διεύρυνση του εκλογικού σώματος και καθιέρωσε τον συναινετικό συμβιβασμό ως αποδεκτή πρακτική πολιτικής αντιπαράθεσης, απουσιάζει ως ερμηνεία από την ανάλυση του συγγραφέα. Γιατί ναι μεν η αναπαραγωγή στερεοτύπων μέσω της παιδείας ήταν καθοριστική αλλά όταν μιλάμε για πολιτική βία δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στον τρόπο που εξελίχθηκε το πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου παρατηρούμε το φαινόμενο.

Τελειώνω με μια σημειολογική παρατήρηση που αφορά το εξώφυλλο του βιβλίου (βλ.φωτογραφία). Το φλεγόμενο “Αττικόν¨την τραγική νύχτα της Κυριακής 12 Φεβρουαρίου 2012 ενώ στη Βουλή ψηφίζονταν το δεύτερο μνημόνιο, είναι μια εικόνα που έχει συμβολοποιηθεί  έντονα και δίνει κι έναν αναπόδραστο χαρακτήρα επικαιρότητας δηλαδή εφήμερου. Καθώς το βιβλίο θα καθιερωθεί ως μια σημαντική και καλογραμμένη ερμηνεία ενός σύνθετου φαινομένου και θα αναφερόμαστε σ’αυτό για πολύ καιρό είναι προφανές ότι αδικείται από το εξώφυλλό του αφού είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που υπαινίσσεται.

 

Δημοσιεύθηκε στην ελληνική έκδοση του Columbia Journalism Review

 

Cannes Lions, Day 1: Storytelling

 

Περιμένοντας τις short lists για τα φετινά βραβεία στις κατηγορίες που προσωπικά με ενδιαφέρουν (PR, Media, Brand Design, Branded Content and Entertainment και βέβαια Cyber), στις περισσότερες κατηγορίες ανακοινώνονται μέσα στην ημέρα, μερικά σχόλια για τη χθεσινή, πρώτη ημέρα του Φεστιβάλ, με αφορμή την εκδήλωση που διοργάνωσε το twitter με θέμα το #storytelling.

Καταρχάς να επισημάνω πως, αν εξαιρέσεις τα εξειδικευμένα workshops, οι περισσότερες ανοιχτές εκδηλώσεις του φεστιβάλ επικοινωνίας των Καννών, γνωστό ως Cannes Lions, είναι το επίσημο pitching όλου του industry της επικοινωνίας προς τα μήντια, το ευρύ κοινό και τους δυνητικούς πελάτες. Εκθέτοντας προβληματισμούς και συζητώντας case studies και πετυχημένες καμπάνιες, ο κόσμος την επικοινωνίας, δείχνει στην κοινή γνώμη τη δύναμή του και τα οφέλη που έχουν άτομα και εταιρείες εφόσον επιλέξουν να πληρώσουν τις συγκεκριμένες υπηρεσίες.

Έτσι λοιπόν χθες, το τουίτερ διοργάνωσε μια ανοιχτή συζήτηση με εντυπωσιακά ονόματα ως ομιλητές, για να δείξει τη δύναμή του ως διαφημιστικό εργαλείο. Η εκδήλωση επιγραφόταν ως #live storytelling Καμπάνιες της κοινωνίας των πολιτών, Επιχειρήσεις, Θέαμα. Αυτά ήταν τα τρία πεδία όπου οι ομιλητές κατέθεσαν εμπειρίες και αφηγήθηκαν success stories με τη χρήση του τουίτερ.

#Storytelling

Τι είναι το storytelling; Όπως είπε χιουμοριστικά στην ομιλία του και ο Ignacio Oreamuno, Πρόεδρος του Art Director Club ( @IHAVEANIDEA , το ακάουντ του στο τουίτερ) πολύ συχνά οι επαγγελματίες της επικοινωνίας χρησιμοποιούν όρους που λειτουργούν σαν αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Ακούγονται σημαντικοί αλλά η  σημασία τους δεν είναι εύκολο να οριστεί.

Το storytelling, δηλαδή η αφήγηση μιας ιστορίας, είναι όσο παλιά όσο και οι ανθρώπινες κοινωνίες, ακόμα και στις προϊστορικές κοινωνίες. Οι βραχογραφίες με τις σκηνές κυνηγιού στις σπηλιές στο Λασκώ της Γαλλίας είναι ένα κλασικό παράδειγμα αφήγησης με δημιουργικά μεσα μιας ιστορίας! Το ερώτημα λοιπόν είναι πώς χρησιμοποιείς τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης στις οποίες έχουν συγκεντρωθεί εκατομμύρια κόσμου για να πεις τη δική σου ιστορία και μάλιστα με τρόπο τέτοιο ώστε να βάλεις τους χρήστες αυτών των εργαλείων να συμμετάσχουν, να διαδώσουν το μήνυμα, δηλαδή να ταυτιστούν σ’ενα βαθμό με το brand σου ή το μήνυμα που θέλεις να διαδόσεις.

Το επεσήμαναν οι δύο ομιλητές, που προέρχονταν από την αγορά: Σήμερα, τα μεγάλα brands έχουν ξεφύγει από τον έλεγχο αυτών που τα διαχειρίζονται και ανήκουν λίγο-πολύ στο κοινό τους. Έτσι είναι εξαιρετικά δύσκολο όχι τόσο το να σχεδιάσεις όσο το να προβλέψεις πόσο επιτυχία θα έχει στη διάδοσή της μια επικοινωνιακή δράση. Ας μην κοροιδευόμαστε: απαιτείται χρήμα και μάλιστα πολύ χρήμα. Όλες οι μεγάλες καμπάνιες που μας έχουν εντυπωσιάσει έχουν σχεδιαστεί από δημιουργικά μυαλά η ενοικίαση των οποίων είναι πολύ ακριβή και οι δημιουργικές τους εφαρμογές έχουν κοστίσει αρκετά. Δείτε το παράδειγμα της American Express που παρουσίασε χθες η Leslie Berland (@leslieberland ) επικεφαλής της ομάδας ανάπτυξης ψηφιακών εργαλείων της American Express. Εντυπωσιακό αλλά είναι καταφανές ότι αυτά δεν είναι για όλους. Όσοι έχουν να διαθέσουν λίγα χρήματα πρέπει να αναζητήσουν άτομα που έχουν χαρτογραφήσει καλά το διαδίκτυο, είναι πολύ ενεργά και επιδραστικά τα ιδια στους χώρους κοινωνικής δικτύωσης και βεβαια να εμπλακούν ενεργά και οι ίδιοι.

Storytelling στην Ελλάδα.

Το τουίτερ είναι ένα πολύ δύσκολο εργαλείο, ιδανικό κατ’εμέ περισσότερο για τους δημοσιογράφους και τα ΜΜΕ παρά για τα brands. Παρακαλώ, να μην παρεξηγηθώ. ΔΕΝ λέω ότι δεν είναι εργαλείο μάρκετινγκ το τουίτερ, αυτό έλειπε! Εξόσον γνωρίζω καμία εταιρεία δεν έχει μέχρι σήμερα καταφέρει ν’αφηγηθεί μια ιστορία που να κάνει πάταγο. Αντιθέτως, το τουίτερ έχει χρησιμοποιηθεί κατ’εξοχήν ως εργαλείο για την αυτοοργάνωση και τη διασπορά μηνυμάτων σε πολιτικό επίπεδο και έχουν γίνει σοβαρές απόπειρες να λειτουργήσει ως εργαλείο για τη δημοσιογραφία των πολιτών με το πασίγνωστο, πλέον, hashtag #rbnews. Το storytelling στην χώρα μας, έχει ακόμα δρόμο για πολλούς λόγους. Καταρχάς ακόμα και σήμερα οι διαφημιζόμενοι δεν έχουν πειστεί να επενδύσουν στα social media σοβαρά, χρήματα και ανθρώπινους πόρους. Αυτό βέβαια δεν είναι παράδοξο αν σκεφτούμε ότι ακόμα και σήμερα, οι περισσότεροι επαγγελματίες της επικοινωνίας δεν είναι ενεργά παρόντες στους χώρους κοινωνικής δικτύωσης! Κατά δεύτερον, το storytelling, η ικανότητα δηλαδή να αφηγηθείς μια ιστορία με τρόπο που να μυθολογεί τη μάρκα σου και εμπνέει τους χρήστες να ταυτιστούν με αυτή, δεν είναι τόσο συνηθισμένη. Στην Ελλάδα τη διαθέτουν ελάχιστοι γιατί ελάχιστοι μελετούν και εξασκούνται στο γράψιμο, ας πούμε και κάποιες αλήθειες για τον κλάδο.

Τι ξεχώρισα από το εβέντ.

Φυσικά την ομιλία του Sir Patrick Stewart ( @SirPatStew ). Ένας μεγάλος σε ηλικία, πασίγνωστος ηθοποιός, γνωστός από το ποπ σήριαλ Star Trek με πολύ μεγάλη καρριέρα στο σανίδι και τους σεξπηρικούς ρόλους, με ενθάρρυνση των συμβούλων επικοινωνίας του, βγήκε στο τουίτερ για να επικοινωνήσει μια δύσκολη θεατρική παράσταση που ανέβασε με τον Ian McKellen. Σ’αυτή την περίπτωση, η δημιουργικότητα και το πνεύμα υπερίσχυσαν του budget. O τρόπος που ένας καλλιτέχνης χρησιμοποίησε μια μαζική πλατφόρμα όπου το κοινό στη συντριπτική του πλειοψηφία είναι νεανικό για να προάγει ένα μεγάλο αλλά δύσκολο και κλασικό θέαμα, κατά τη γνώμη μου θα μείνει στην ιστορία της επικοινωνίας. Αξίζει να δείτε το βίντεο από τη χθεσινή εκδήλωση μόνο και μόνο για να ακούσετε τον Sir Patrick Stewart.