Δημήτρη Ψυχογιού, Η πολιτική βία στην ελληνική κοινωνία

 

i_politiki_via_stin_elliniki_koinonia

Ο Δημήτης Ψυχογιός, στο βιβλίο του “Η πολιτική βία στην ελληνική κοινωνία” (Εκδόσεις Επίκεντρο), με το οποίο επιχειρεί να ερμηνεύσει το φαινόμενο της πολιτικής βίας στην Ελλάδα, αναπτύσσει μια ενδιαφέρουσα θεωρία· τη διατυπώνει μάλιστα από τον πρόλογο του βιβλίου του: Το πρόβλημα της πολιτικής βίας στη χώρα μας πρέπει να ερμηνευθεί με όρους πολιτισμικούς, προτείνει ο συγγραφέας. Λέει χαρακτηριστικά: “(η βία)…Διαχέεται από τη ρητορική μίσους των πολιτικών πρωταγωνιστών, αλλά διαιωνίζεται επειδή αποθεώνεται η πολεμική βία των πραγματικών ή φανταστικών προγόνων μας…” (σελ. 10).   Σε αυτή τη βάση οι δύο μεγάλες παρατάξεις, η Δεξιά και η Αριστερά, έχουν κάθε μια πλάσσει τη δική της μυθολογία. Η δεξιά μυθολογία τρέφεται από την “πολεμική αρετή των Ελλήνων”, ενώ η αριστερή από το “αντιστασιακό ήθος του ελληνισμού”.

Σε κάθε περίπτωση, συνεχίζει πιο κάτω ο συγγραφέας, αυτή “η συγκρουσιακή κουλτούρα καλλιεργείται ήδη από το σχολείο, με την ανάγνωση της ελληνικής ιστορίας ως αλυσίδα ‘αδιαπραγμάτευτων’ αγώνων του έθνους που ξεκινούν από τον Μαραθώνα και φτάνουν ως σήμερα” (σελ. 49).

Η αναζωπύρωση του φαινομένου της πολιτικής βίας στη χώρα κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια αυτομάτως καθιστά την προσέγγιση εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και σημαντική, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του γενικού αναστοχασμού που λαμβάνει χώρα αυτή τη στιγμή στην ελληνική κοινωνία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Για να υποστηρίξει την ιδέα του περί των πολιτισμικών χαρακτηριστικών της πολιτικής βίας, αρχικά  ο συγγραφέας σχολιάζει αφηγούμενος τη “μακρά δεκαετία του ’70” με αρχή το 1968 η οποία είναι για τη Δυτική Ευρώπη η δεκαετία του αριστερισμού, της εξτρεμιστικής αντικοινοβουλευτικής αριστεράς, με ομοιότητες, διαφορές και διαβαθμίσεις ανά χώρα τις οποίες ο συγγραφέας επισημαίνει με την ερμηνευτική τεχνική των διαρκών προβολών προς το πρόσφατο και απώτερο παρελθόν κάθε χώρας για να καταλήξει στην “ελληνική ιδιαιτερότητα” που ορίζεται ως η αδιάλειπτη συνέχεια του φαινομένου της πολιτικής βίας στη χώρα μας ακόμα κι όταν στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες τα φαινόμενα του εξτρεμισμού έχουν περιθωριοποιηθεί ή και εξαληφθεί.

Ο συγγραφέας αφηγείται και σχολιάζει με δηλωμένα διπλή ιδιότητα: άλλοτε ως πρωταγωνιστής της  αμέσως μετά τη Χούντα περιόδου, με τη δράση του στην αριστερά που του επέτρεψε να γνωρίζει πρόσωπα αλλά κυρίως τρόπους του σκέπτεσθαι στο συγκεκριμένο χώρο και ως δημοσιογράφος-αναλυτής και είναι αυτή η διπλή ιδιότητα που κάνει το βιβλίο εξαιρετικά ενδιαφέρον ως ντοκουμέντο αλλά και εξαιρετικά γοητευτικό ως ανάγνωσμα με το καταιγιστικό, δημοσιογραφικό ύφος που υιοθετεί στην αφήγησή του ο συγγραφέας.

Ο Δημήτρης Ψυχογιός γράφει τολμηρά και χωρίς περιστροφές κι ενώ δεν το δηλώνει, είναι προφανές στον αναγνώστη ότι η αντιδικτατορική του δράση (ο συγγραφέας συνελήφθη και βασανίστηκε από τη Χούντα) αφενός του δίνει το ηθικό πλεονέκτημα να προβαίνει σε διαπιστώσεις και κρίσεις για τα γεγονότα και αφετέρου τον προστατεύει από την κατηγορία του “ιδεολογικά ύποπτου” που αποδίδεται πολύ εύκολα στον καθένα σήμερα που παρεμβαίνει στη δημόσια σφαίρα.

Την ίδια στιγμή αυτό είναι και το μεγαλύτερο μειονέκτημα του βιβλίου: ο υποκειμενικός χαρακτήρας της ανάλυσης τη στιγμή που ο βασικός μάρτυρας των γεγονότων που παρουσιάζονται είναι ο ίδιος ο αναλυτής-αφηγητής, μια αίσθηση που τονίζεται με την υποβόσκουσα “επίκληση στην αυθεντία” του “ήμουν στην Αριστερά άρα εξ ορισμού ξέρω πώς σκεφτονται”.

Έπειτα, ενώ ο συγγραφέας αναδεικνύει επαρκέστατα τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της ελληνικής εκδοχής του φαινομένου της πολιτικής βίας όπως αυτά αναπαράγονται από την παιδεία μας για να καταλήξουν βασικά χαρακτηριστικά της αυτοσυνειδησίας μας, δεν σχολιάζει καθόλου την “ελληνική ιδιαιτερότητα” στην εξέλιξη του πολιτεύματος. Το γεγονός ότι το δικαίωμα στην καθολική ψηφοφορία δόθηκε σ’ενα σώμα που είχε θεμελιώσει ήδη την πολιτική βία ως βασικό του χαρακτηριστικό ενώ στη Δυτική Ευρώπη ο κοινοβουλευτισμός αναπτύχθηκε με τη σταδιακή διεύρυνση του εκλογικού σώματος και καθιέρωσε τον συναινετικό συμβιβασμό ως αποδεκτή πρακτική πολιτικής αντιπαράθεσης, απουσιάζει ως ερμηνεία από την ανάλυση του συγγραφέα. Γιατί ναι μεν η αναπαραγωγή στερεοτύπων μέσω της παιδείας ήταν καθοριστική αλλά όταν μιλάμε για πολιτική βία δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στον τρόπο που εξελίχθηκε το πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου παρατηρούμε το φαινόμενο.

Τελειώνω με μια σημειολογική παρατήρηση που αφορά το εξώφυλλο του βιβλίου (βλ.φωτογραφία). Το φλεγόμενο “Αττικόν¨την τραγική νύχτα της Κυριακής 12 Φεβρουαρίου 2012 ενώ στη Βουλή ψηφίζονταν το δεύτερο μνημόνιο, είναι μια εικόνα που έχει συμβολοποιηθεί  έντονα και δίνει κι έναν αναπόδραστο χαρακτήρα επικαιρότητας δηλαδή εφήμερου. Καθώς το βιβλίο θα καθιερωθεί ως μια σημαντική και καλογραμμένη ερμηνεία ενός σύνθετου φαινομένου και θα αναφερόμαστε σ’αυτό για πολύ καιρό είναι προφανές ότι αδικείται από το εξώφυλλό του αφού είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που υπαινίσσεται.

 

Δημοσιεύθηκε στην ελληνική έκδοση του Columbia Journalism Review