Η ανατομία μιας αναπάντεχης εκλογικής νίκης

Σύμφωνα με αξίωμα της πολιτικής επικοινωνίας, τις εκλογές τις κερδίζει αυτός που καταφέρνει να θέσει τα σωστά διλήμματα.

Είναι αυτό που είχαμε επισημάνει εδώ στο Liberal, στο σημείωμα της 23ης Δεκεμβρίου, αμέσως μετά τον α’γύρο των εσωκομματικών εκλογών της Νέας Δημοκρατίας:

«Αυτό που θα αντιπαρατεθεί στον β’γύρο είναι ο τρόπος που η Αντιπολίτευση θα τοποθετηθεί απέναντι στο αίτημα για την ανανέωση της και την άρθρωση πειστικής κυβερνητικής αντιπρότασης».

Ποίοι ήταν λοιπόν οι παράγοντες που επέτρεψαν στον Κυριάκο Μητσοτάκη να διατυπώσει εκείνος τα διλήμματα και να κερδίσει τις εκλογές;

Η απάντηση σ’αυτή την ερώτηση πρέπει ν’αναζητηθεί σε δύο επίπεδα: αυτό των οπαδών της Νέας Δημοκρατίας (ως τέτοιους, στις έρευνες κοινής γνώμης ορίσαμε αυτούς που τον Σεπτέμβριο ψήφισαν το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης) κι αυτό του ευρύτερου εκλογικού σώματος που έφερε στις κάλπες η ανοιχτή εκλογική διαδικασία.
Όσον αφορά τους οπαδούς της Νέας Δημοκρατίας.

Ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης και όσοι τον υποστήριξαν απέτυχαν να ερμηνεύσουν σωστά το αίτημα για ενότητα του κόμματος. Οι πολίτες ζήτησαν μια Νέα Δημοκρατία ενωμένη για  να σταθεί απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και όχι δίπλα στον Αλέξη Τσίπρα. Το ενδεχόμενο ο επόμενος πρόεδρος της ΝΔ να συναινεί στα κυβερνητικά σχέδια σε συνδυασμό με τις φήμες για “υπόγεια επικοινωνία” του πρώην Πρωθυπουγού Κώστα Καραμανλή με το Μέγαρο Μαξίμου συνέβαλλαν στον να εμπεδωθεί ένα αίσθημα σκεπτικισμού απέναντι στην υποψηφιότητα Μεϊμαράκη.

Αλλά και ο ίδιος ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης που υποτίθεται ότι ευαγγελιζόταν την ενότητα, τις τελευταίες εβδομάδες αντιπαρατέθηκε δημοσίως και μάλιστα με τρόπο οξύ με μεσαία στελέχη του κομματικού μηχανισμού, γεγονός που τελικά προκάλεσε συζήτηση για το πώς αντιλαμβανόταν την ενότητα του κόμματος.

Για τους οπαδούς της Νέας Δημοκρατίας και ειδικά για τα κομματικά στελέχη μέτρησε πολύ και η δυνατότητα του επόμενου προέδρου να κερδίσει τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ομάδα του κ.Μεϊμαράκη αν και επικαλούνταν το περίφημο DNA της παράταξης έδειξε να ξεχνάει ότι η ΝΔ ιδρύθηκε απο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ως κόμμα ευρύτερων συγκλίσεων και όχι αποκλεισμών και σ’αυτό ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδειξε ότι μπορεί να φέρει στις κάλπες πολίτες που δεν εντάσσονται κομματικά στη Νέα Δημοκρατία.

Τέλος, όσο και να αφορούσαν ένα κομματικό θώκο, οι εσωκομματικές εκλογές είναι μια βαθιά πολιτική διαδικασία και οι συγκεκριμένες αφορούσαν πρωτίστως την ταυτότητα του κόμματος. Το «λίγο απ’όλα» του Βαγγέλη Μεϊμαράκη δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα κλίμα υπέρ του ειδικά όταν βρέθηκε να έχει απέναντί του έναν υποψήφιο που πήρε καθαρές και απολύτως συγκεκριμένες θέσεις σε όλα τα γενικά και ειδικά πολιτικά ζητήματα.
Όσον αφορά το ευρύτερο, μη κομματικό κομμάτι του πληθυσμού που έλαβε μερος στη διαδικασία:

Μέτρησε πολύ ο τρόπος που διεξήγαγε τον αγώνα του ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Εδειξε επαγγελματισμό, σχεδιασμό, προγραμματισμό, ανάλυση και πειθαρχία. Αυτό μαζί με την κατίσχυσή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτούργησαν ως πειστήρια ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που όχι μόνο γνωρίζει τί σημαίνει σύγχρονο leadership αλλά μπορεί και να λειτουργεί ως σύγχρονος leader.

Ο ένας χρόνος διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ έκανε ορατή την ανάγκη ο επόμενος αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας να είναι ένας μορφωμένος, επαρκής επαγγελματίας αφού εχει γίνει πλέον φανερό ότι η ανεπάρκειά στο πολιτικό προσωπικό στοιχίζει με τρόπο μετρήσιμο στη χώρα.

Πάνω απ’όλα όμως, μέτρησε η υπόσχεση που έδωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης ότι θα πολιτευθεί διαφορετικά εφαρμόζοντας στο κόμμα τις αρχές της αξιοκρατίας μέσα από την αξιολόγηση των στελεχών, της σύνθεσης, της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Οι πολίτες δεν αντέχουν πλέον τον παλιό τρόπο και ο Κυριάκος Μητσοτάκης έπεισε ότι μπορεί να πολιτευθεί διαφορετικά.

Τέλος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έπεισε ότι μπορεί να κερδίσει τον Αλέξη Τσίπρα ανοίγοντας το κόμμα στο Κέντρο και εμπνέοντας ακόμα κι αυτούς που δεν τον ψήφισαν να εργαστούν μαζί του.
Τί περιμένουμε στο εξής από τη Νέα Δημοκρατία;

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δείχνει να έχει αντιληφθεί ότι δεν το κόμμα δεν έγινε μέσα σ’ενα βράδυ φιλελεύθερο και ότι αναδείχθηκε αρχηγός σ’ενα συντηρητικό, κεντροδεξιό κόμμα με ισχυρές φωνές της λεγόμενης λαϊκής δεξιάς. Θα καταφέρει να εκπληρώσει την υπόσχεσή του για νέο τρόπο πολιτεύεσθαι, αν διακρίνει τα στελέχη που μπορούν να δουλέψουν σ’αυτο μαζί του, άσχετα από το πού ανήκουν. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι από τους βουλευτές που ψήφισαν το σύμφωνο συμβίωσης δεν στάθηκαν δίπλα του όμως αντιλήφθηκαν ότι η εποχή απαιτεί εναν άλλο, πραγματιστικό τρόπο του πολιτεύεσθαι.
Στοίχημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι να καταφέρει να αποδείξει ότι στο σύγχρονο κόσμο ο τρόπος του πολιτεύεσθαι είναι που παράγει πολιτική κουλτούρα περισσότερο από τις συζητήσεις περί ιδεολογίας και ότι το αποτέλεσμα είναι αυτό που  μετράει. Άλλωστε η εκλογή του από μόνη της λειτουργεί ως απόδειξη όλων των παραπάνω.

Δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 11/11/2016

Εκλογές Νέας Δημοκρατίας – β’ γύρος: Θέσεις ή «λίγο απ’ όλα;

Την Κυριακή, στις εκλογές για την ανάδειξη προέδρου Νέας Δημοκρατίας, ο υποψήφιος για τη θέση κ. Βαγγέλης Μεϊμαράκης εμφανίστηκε φορώντας μια πολύ περίεργη μπλούζα, απροσδιόριστης κατηγορίας. Ήταν κάτι μεταξύ ζιβάγκο, πουλόβερ και πουκάμισου. Εξίσου απροσδιόριστο ήταν και το χρώμα της: κάτι μεταξύ του γαλάζιου της Νέας Δημοκρατίας και του μωβ που επιλέγουν συνήθως οι φιλελεύθεροι του Κέντρου. Αυτή η ενδυματολογική επιλογή οπτικοποίησε με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια όλα όσα κομίζει ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης στη συζήτηση για τη φυσιογνωμία της κεντροδεξιάς. Όλα όσα, τελικώς, δείχνουν να γίνονται αποδεκτά από μεγάλη μερίδα των φίλων, υποστηρικτών και ψηφοφόρων της και κωδικοποιούνται στην εξής φράση: λίγο απ’ όλα.

Αν και όλοι συμφωνούν με τη θέση ότι η Νέα Δημοκρατία χρειάζεται επειγόντως διακριτή ταυτότητα την οποία θα ορίζουν οι θέσεις της περισσότερο από τις αποφάσεις/αντιθέσεις της, τελικά είναι το «λίγο απ’ όλα», όπως το εκφράζει ο κ. Μεϊμαράκης, που προηγείται μέσα από τη διαδικασία της κάλπης τουλάχιστον.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Πρώτα απ’ όλα η Νέα Δημοκρατία δεν έχει καταφέρει να κάνει τη διάκριση μεταξύ της φυσιογνωμίας του κόμματος και της αποτελεσματικότερης τακτικής που πρέπει αυτό να υιοθετήσει απέναντι στην κυβέρνηση. Η Νέα Δημοκρατία δείχνει να μην έχει καταλάβει ότι άλλο πράγμα είναι η ταυτότητα, άλλο η στρατηγική, άλλο η τακτική. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι δείχνουν να πιστεύουν ότι μια σκληρή αντιπολίτευση σε κατατάσσει αυτομάτως στη λαϊκή δεξιά ή ότι «λαϊκή δεξιά» σημαίνει αντιπολίτευση σε υψηλούς τόνους. Άλλοι πάλι, προφανώς οι περισσότεροι, θεωρούν ότι κεντροδεξιά και συναίνεση σημαίνουν «λίγο απ’ όλα» και δεν σχετίζεται με κάποιο συγκεκριμένο αίτημα της οικονομικής και κοινωνικής ατζέντας, οπότε δεν κρίνουν σκόπιμο ν’ αρθρώνουν λέξη πολιτικού λόγου. Η σύγχυση αυτή είχε συνέπειες και στη γενικότερη συζήτηση. Από τον Ιανουάριο και μετά βλέπουμε στελέχη της Νέας Δημοκρατίας να ομιλούν για τη φυσιογνωμία του κόμματος, ενώ, στην πραγματικότητα, αναλύουν μια αντιπολιτευτική στρατηγική, με αποτέλεσμα η συζήτηση να γίνεται περισσότερο για το ύφος του αντιπολιτευτικού λόγου και όχι για το περιεχόμενό του.

Στον αντίποδα του «λίγο απ’ όλα» στάθηκε ο προεκλογικός αγώνας του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος παρουσίασε συγκεκριμένες προτάσεις, υπερασπίστηκε πολιτικές, έθεσε στόχους. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης περιέγραψε τη Νέα Δημοκρατία του παρόντος και του μέλλοντος μέσα από θέσεις και όχι αντιρρήσεις. Αυτή η επιλογή ήταν στρατηγικά επιτυχημένη. Αφενός αυτή η προσέγγιση ως τρόπος σκέπτεσθαι λειτουργεί από μόνη της ως τεκμήριο πραγματικά μεταρρυθμιστικής διάθεσης. Αφετέρου, ήταν αυτό που τον βοήθησε ν’ απαλλαγεί από το «βαρίδι» του ονόματός του.

Ο δεύτερος γύρος των εκλογών στη Νέα Δημοκρατία δεν θα έχει να κάνει τόσο με αντιπαράθεση ιδεολογίας, αφού δεν γίνεται ν’ αντιπαρατεθεί η φιλελεύθερη μεταρρυθμιστική κεντροδεξιά με το «λίγο απ’ όλα». Δεν υπάρχει περιεχόμενο αντιπαράθεσης στο επίπεδο των θέσεων και των ιδεών. Αυτό που θα αντιπαρατεθεί είναι ο τρόπος που η Αντιπολίτευση θα τοποθετηθεί απέναντι στο αίτημα για την ανανέωση της και την άρθρωση πειστικής κυβερνητικής αντιπρότασης.

Πώς θα βγούμε από το αδιέξοδο; Με συγκεκριμένες θέσεις ή με «λίγο απ’ όλα»; Το πόσο ορθολογικά θα τοποθετηθούν οι ψηφοφόροι απέναντι στο ερώτημα θα το μάθουμε στις 10 Ιανουαρίου.

Δημοσιεύθηκε στο Liberal.gr στις 23/12/2015

Cannes Lions, Day 1: Storytelling

 

Περιμένοντας τις short lists για τα φετινά βραβεία στις κατηγορίες που προσωπικά με ενδιαφέρουν (PR, Media, Brand Design, Branded Content and Entertainment και βέβαια Cyber), στις περισσότερες κατηγορίες ανακοινώνονται μέσα στην ημέρα, μερικά σχόλια για τη χθεσινή, πρώτη ημέρα του Φεστιβάλ, με αφορμή την εκδήλωση που διοργάνωσε το twitter με θέμα το #storytelling.

Καταρχάς να επισημάνω πως, αν εξαιρέσεις τα εξειδικευμένα workshops, οι περισσότερες ανοιχτές εκδηλώσεις του φεστιβάλ επικοινωνίας των Καννών, γνωστό ως Cannes Lions, είναι το επίσημο pitching όλου του industry της επικοινωνίας προς τα μήντια, το ευρύ κοινό και τους δυνητικούς πελάτες. Εκθέτοντας προβληματισμούς και συζητώντας case studies και πετυχημένες καμπάνιες, ο κόσμος την επικοινωνίας, δείχνει στην κοινή γνώμη τη δύναμή του και τα οφέλη που έχουν άτομα και εταιρείες εφόσον επιλέξουν να πληρώσουν τις συγκεκριμένες υπηρεσίες.

Έτσι λοιπόν χθες, το τουίτερ διοργάνωσε μια ανοιχτή συζήτηση με εντυπωσιακά ονόματα ως ομιλητές, για να δείξει τη δύναμή του ως διαφημιστικό εργαλείο. Η εκδήλωση επιγραφόταν ως #live storytelling Καμπάνιες της κοινωνίας των πολιτών, Επιχειρήσεις, Θέαμα. Αυτά ήταν τα τρία πεδία όπου οι ομιλητές κατέθεσαν εμπειρίες και αφηγήθηκαν success stories με τη χρήση του τουίτερ.

#Storytelling

Τι είναι το storytelling; Όπως είπε χιουμοριστικά στην ομιλία του και ο Ignacio Oreamuno, Πρόεδρος του Art Director Club ( @IHAVEANIDEA , το ακάουντ του στο τουίτερ) πολύ συχνά οι επαγγελματίες της επικοινωνίας χρησιμοποιούν όρους που λειτουργούν σαν αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Ακούγονται σημαντικοί αλλά η  σημασία τους δεν είναι εύκολο να οριστεί.

Το storytelling, δηλαδή η αφήγηση μιας ιστορίας, είναι όσο παλιά όσο και οι ανθρώπινες κοινωνίες, ακόμα και στις προϊστορικές κοινωνίες. Οι βραχογραφίες με τις σκηνές κυνηγιού στις σπηλιές στο Λασκώ της Γαλλίας είναι ένα κλασικό παράδειγμα αφήγησης με δημιουργικά μεσα μιας ιστορίας! Το ερώτημα λοιπόν είναι πώς χρησιμοποιείς τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης στις οποίες έχουν συγκεντρωθεί εκατομμύρια κόσμου για να πεις τη δική σου ιστορία και μάλιστα με τρόπο τέτοιο ώστε να βάλεις τους χρήστες αυτών των εργαλείων να συμμετάσχουν, να διαδώσουν το μήνυμα, δηλαδή να ταυτιστούν σ’ενα βαθμό με το brand σου ή το μήνυμα που θέλεις να διαδόσεις.

Το επεσήμαναν οι δύο ομιλητές, που προέρχονταν από την αγορά: Σήμερα, τα μεγάλα brands έχουν ξεφύγει από τον έλεγχο αυτών που τα διαχειρίζονται και ανήκουν λίγο-πολύ στο κοινό τους. Έτσι είναι εξαιρετικά δύσκολο όχι τόσο το να σχεδιάσεις όσο το να προβλέψεις πόσο επιτυχία θα έχει στη διάδοσή της μια επικοινωνιακή δράση. Ας μην κοροιδευόμαστε: απαιτείται χρήμα και μάλιστα πολύ χρήμα. Όλες οι μεγάλες καμπάνιες που μας έχουν εντυπωσιάσει έχουν σχεδιαστεί από δημιουργικά μυαλά η ενοικίαση των οποίων είναι πολύ ακριβή και οι δημιουργικές τους εφαρμογές έχουν κοστίσει αρκετά. Δείτε το παράδειγμα της American Express που παρουσίασε χθες η Leslie Berland (@leslieberland ) επικεφαλής της ομάδας ανάπτυξης ψηφιακών εργαλείων της American Express. Εντυπωσιακό αλλά είναι καταφανές ότι αυτά δεν είναι για όλους. Όσοι έχουν να διαθέσουν λίγα χρήματα πρέπει να αναζητήσουν άτομα που έχουν χαρτογραφήσει καλά το διαδίκτυο, είναι πολύ ενεργά και επιδραστικά τα ιδια στους χώρους κοινωνικής δικτύωσης και βεβαια να εμπλακούν ενεργά και οι ίδιοι.

Storytelling στην Ελλάδα.

Το τουίτερ είναι ένα πολύ δύσκολο εργαλείο, ιδανικό κατ’εμέ περισσότερο για τους δημοσιογράφους και τα ΜΜΕ παρά για τα brands. Παρακαλώ, να μην παρεξηγηθώ. ΔΕΝ λέω ότι δεν είναι εργαλείο μάρκετινγκ το τουίτερ, αυτό έλειπε! Εξόσον γνωρίζω καμία εταιρεία δεν έχει μέχρι σήμερα καταφέρει ν’αφηγηθεί μια ιστορία που να κάνει πάταγο. Αντιθέτως, το τουίτερ έχει χρησιμοποιηθεί κατ’εξοχήν ως εργαλείο για την αυτοοργάνωση και τη διασπορά μηνυμάτων σε πολιτικό επίπεδο και έχουν γίνει σοβαρές απόπειρες να λειτουργήσει ως εργαλείο για τη δημοσιογραφία των πολιτών με το πασίγνωστο, πλέον, hashtag #rbnews. Το storytelling στην χώρα μας, έχει ακόμα δρόμο για πολλούς λόγους. Καταρχάς ακόμα και σήμερα οι διαφημιζόμενοι δεν έχουν πειστεί να επενδύσουν στα social media σοβαρά, χρήματα και ανθρώπινους πόρους. Αυτό βέβαια δεν είναι παράδοξο αν σκεφτούμε ότι ακόμα και σήμερα, οι περισσότεροι επαγγελματίες της επικοινωνίας δεν είναι ενεργά παρόντες στους χώρους κοινωνικής δικτύωσης! Κατά δεύτερον, το storytelling, η ικανότητα δηλαδή να αφηγηθείς μια ιστορία με τρόπο που να μυθολογεί τη μάρκα σου και εμπνέει τους χρήστες να ταυτιστούν με αυτή, δεν είναι τόσο συνηθισμένη. Στην Ελλάδα τη διαθέτουν ελάχιστοι γιατί ελάχιστοι μελετούν και εξασκούνται στο γράψιμο, ας πούμε και κάποιες αλήθειες για τον κλάδο.

Τι ξεχώρισα από το εβέντ.

Φυσικά την ομιλία του Sir Patrick Stewart ( @SirPatStew ). Ένας μεγάλος σε ηλικία, πασίγνωστος ηθοποιός, γνωστός από το ποπ σήριαλ Star Trek με πολύ μεγάλη καρριέρα στο σανίδι και τους σεξπηρικούς ρόλους, με ενθάρρυνση των συμβούλων επικοινωνίας του, βγήκε στο τουίτερ για να επικοινωνήσει μια δύσκολη θεατρική παράσταση που ανέβασε με τον Ian McKellen. Σ’αυτή την περίπτωση, η δημιουργικότητα και το πνεύμα υπερίσχυσαν του budget. O τρόπος που ένας καλλιτέχνης χρησιμοποίησε μια μαζική πλατφόρμα όπου το κοινό στη συντριπτική του πλειοψηφία είναι νεανικό για να προάγει ένα μεγάλο αλλά δύσκολο και κλασικό θέαμα, κατά τη γνώμη μου θα μείνει στην ιστορία της επικοινωνίας. Αξίζει να δείτε το βίντεο από τη χθεσινή εκδήλωση μόνο και μόνο για να ακούσετε τον Sir Patrick Stewart.

 

Ψήφος με τη γομολάστιχα.

Hatzo

Του Πάνου Τσιρίδη.

«Κυρίες και κύριοι, δεν είμαι ζητιάνος. Είμαι άνεργος, έχω οικογένεια και παιδιά. Κάνω μια έντιμη δουλειά. Πουλάω μολύβια με τη γομολάστιχα. Για το σχολείο και το γραφείο». Μπορεί και να πέρασαν δέκα χρόνια περίπου όταν πρωτοάκουσα στο μετρό τη συγκεκριμένη δημόσια δήλωση. Εντυπωσιάστηκα. Ήταν αυτό που λέμε «αλλαγή υποδείγματος»: Μέχρι τότε οι επαίτες δεν ντρέπονταν να δείχνουν ότι είναι επαίτες. Αναδείκνυαν το αντικείμενο της μειονεξίας τους. Ανατομική δυσμορφία, ατύχημα, πόλεμος, aids. H κατά πρόσωπο έκθεση αποτελούσε τη δύναμή τους.

Ο κύριος που δεν ήταν ζητιάνος μόλις είχε σκοτώσει τον Καρκαβίτσα. Είχε εισαγάγει στη χώρα ένα νέο pattern, το οποίο συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Αυτό που λέει το pattern είναι το εξής: «Δεν είμαι σαν τους άλλους που έχεις συνηθίσει. Τους επαγγελματίες. Δεν είμαι ένα απόμακρο ον, ένας άνθρωπος – ελέφαντας. Αντίθετα, σου μοιάζω. Είμαι σαν κι εσένα. Θα μπορούσα να είμαι εσύ».

Μια στιγμή: Πού έχουμε ξανακούσει, με τα ίδια χαρακτηριστικά, την ίδια εποχή, την ίδια αλλαγή υποδείγματος; «Δεν είμαι πολιτικός. Έχω μια κανονική δουλειά. Δεν είμαι μακριά από τα προβλήματα των πολιτών. Αφουγκράζομαι την κοινωνία». Δηλαδή: «Δεν είμαι σαν τους άλλους που έχεις συνηθίσει. Τους επαγγελματίες. Δεν είμαι ένα απόμακρο ον, ένας μεγαλόσχημος βουλευτής. Αντίθετα, σου μοιάζω. Είμαι σαν κι εσένα. Θα μπορούσα να είμαι εσύ».

Οι ρητορικές της πολιτικής και της επαιτείας μοιάζουν. Δεν είναι τυχαίο. Οι δύο μεγάλες βιομηχανίες του συναισθήματος στελεχώνονται από οξυδερκέστατους παρατηρητές της κοινωνίας και των αδιόρατων αλλαγών των ανθρώπινων διαθέσεων. Προσαρμόζουν το μήνυμά τους στις νέες συνθήκες με ταχύτητα που καμιά πολυεθνική δεν διαθέτει, χάρη στο πλήθος των ατόμων που λειτουργούν αυτόνομα στο πλαίσιό τους. Η μαγεία της αγοράς και του crowdsourcing. Κυρίως, βασίζονται στο μεγάλο κοινό τους χαρακτηριστικό: διατίθενται να εξαγοράσουν τους φόβους μας για το άγνωστο, με ένα νόμισμα ή με μία ψήφο.

Τι συνέβαινε πριν το «δεν είμαι πολιτικός»; Τα κόμματα επιδείκνυαν αυτό που ήταν: τεράστιοι μηχανισμοί εξασφάλισης της επιβίωσης. Η κατά πρόσωπο έκθεση αποτελούσε τη δύναμή τους. Όσο πιο ισχυρή η εικόνα, τόσο καλύτερο το αποτέλεσμα. Ίδια μέθοδος με την επαιτεία. Μετά ο κόσμος κουράστηκε. Υπέστη το «flooding» της συμπεριφοριστικής θεραπείας, την τεχνική που θεραπεύει τις φοβίες εκθέτοντας τον ασθενή στις οδυνηρές του μνήμες ώστε αυτός να ξαναφέρει στη συνείδησή του τα καταπιεσμένα συναισθήματα και να απαλλαγεί από αυτά.

Πόση εγκατάλειψη να δει κάποιος και να εντυπωσιαστεί πλέον, πόσες υποσχέσεις για καλύτερες μέρες να πιστέψει; Οι χειρότεροι μας φόβοι έρχονται σιγά-σιγά στην επιφάνεια, είναι δίπλα μας, αν όχι μέσα στα σπίτια μας. Τους ξεπερνάμε. Έτσι άνοιξε το έδαφος για την αλλαγή του υποδείγματος.

Δεν διαφωνώ με την «πολιτική χωρίς πολιτικούς». Είναι έξυπνο και περνάει το μήνυμα. Διαφωνώ με τους πολιτικούς χωρίς πολιτική. Γιατί, τελικά, όταν οι πολίτες καλούνται από τον κύριο-που-δεν-είναι-ζητιάνος να κάνουν μια μη-πολιτική επιλογή, ψηφίζουν τα αντίστοιχα προϊόντα του ελληνικού lifestyle: ηθοποιούς, δημοσιογράφους, αθλητές, τον Πρόδρομο, τον Τσάκα και τον Περικλή Στεργιανούδη. Ανθρώπους «σαν κι αυτούς».

Πράξη τρίτη. Έλλειμμα επιβίωσης, έλλειμμα αντιπροσώπευσης. Οι πύλες άνοιξαν. Σε κάθε στάση και ένας ζητιάνος. Τώρα, δίπλα στους επαγγελματίες επαίτες που κραδαίνουν πιστοποιητικά από νοσοκομεία και δίπλα στους μη-ζητιάνους που πουλάνε μαρκαδόρους είναι πραγματικά οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Κάθε δύο-τρεις μέρες και ένα νέο κόμμα. Με θολό πολιτικό στίγμα, χωρίς συγκροτημένο λόγο και βέβαια χωρίς καμία ελπίδα να ακουστούν πουθενά, σοβαροί και ψώνια, συγκροτημένοι και καριερίστες, μπουκάρουν στα βαγόνια του δημοσίου διαλόγου και ζητούν την υποστήριξή μας. Πόσους να σώσουμε από το υστέρημα της ψήφου μας;

Είδα πρόσφατα μια κυρία γύρω στα εξήντα. Γύρναγε στο τραίνο αμήχανα και πιο γρήγορα απ’ ό,τι πρέπει, έπρεπε να τη σταματήσεις για της δώσεις λεφτά, μίλαγε σχεδόν από μέσα της γιατί δεν το ‘χε δουλέψει και γιατί ακόμη ένιωθε την ντροπή του επιβάτη. Γιατί μέχρι πρόσφατα ήταν μία από αυτούς.

Οι ρητορικές της πολιτικής και της επαιτείας μοιάζουν. Σήμερα απευθύνονται σε απελπισμένους πολίτες που λίγα έχουν πλέον να χάσουν εκτός από τη ψυχή τους. Δεν έχουν πια μηνύματα, τι να πεις άλλωστε, απλώς ακούς ένα βόμβο ο οποίος δεν ξέρεις από πού ακριβώς προέρχεται. Όλα έχουν ειπωθεί. Δεν ξέρω πόσους θα προλάβουμε να σώσουμε σε αυτό το χαμό. Λίγο, όμως, να σκύψουμε να ακούσουμε, θα καταλάβουμε πού είναι η απάτη και πού η αξιοπρέπεια. Και πρέπει να δράσουμε αναλόγως.

Ο Πάνος Τσιρίδης είναι σύμβουλος επικοινωνίας.

Η γελοιογραφία του Δημήτρη Χαντζόπουλου δημοσιεύθηκε στις  28/02/2012 στα ΝΕΑ  

*Τα άρθρα που φιλοξενούνται στο μπλογκ εκφράζουν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους *

Η τρίχα και η τριχιά. 5+1 τρόποι να επιλέγεις τις μάχες σου.

Image

Χθες το απόγευμα, είχα τη φαεινή ιδέα ν’ αναδημοσιεύσω στο facebook από το τουίτερ, ένα χιουμοριστικό σχόλιο που αφορούσε τον πρόεδρο κάποιου κόμματος (δεν έχει σημασία ποιου). Το σχόλιο μου φάνηκε πολύ αστείο και βάζω και στοίχημα ότι αν το έβλεπε και ο ίδιος θα γέλαγε και θα έβρισκε κάτι εξίσου χιουμοριστικό ν’ ανταπαντήσει. Κάποιο στέλεχος του κόμματός του (δεν έχει σημασία ποιο), θεώρησε σκόπιμο να απαντήσει στα σοβαρά και η συνέχεια δεν ήταν πολύ καλή, γίναμε ελαφρώς «μαλλιά-κουβάρια». Λίγο επειδή το στέλεχος του κόμματος είναι φοβερά άπειρο, λίγο επειδή δεν έχει χιούμορ, η εικόνα που έδωσε για τον ίδιο ως στέλεχος και κατ’επέκταση για το κόμμα στο οποίο έχει μια θέση, δεν ήταν καλή.

Το φαινόμενο είναι συχνότατο, ωστόσο. Βλέπω κόσμο να μην μπορεί να επιλέξει ποια μάχη θα δώσει με αποτέλεσμα να κάνει την «τρίχα-τριχιά» και να γίνεται θέαμα σε πολιτικούς αντιπάλους αλλά και άσπονδους φίλους και αυτό δεν παρατηρείται μόνο στην πολιτική. Βλέπω στελέχη ποδοσφαιρικών ομάδων, επιχειρήσεων, διευθυντές μάρκετινγκ μεγάλων brands να παθαίνουν μεγάλες ήττες στο δημόσιο χώρο πάνω στην ευγενή τους επιθυμία να υπερασπιστούν αυτό που για εκείνους είναι σημαντικό.

Να κάποιες βασικές οδηγίες για το πώς μπορείς να προφυλαχθείς από κάτι τέτοιο όταν είσαι σε κόμμα ή εκπροσωπείς μια επιχείρηση.

1. Στα χιουμοριστικά σχόλια, είτε αυτά είναι καλοπροαίρετα είτε είναι κακοπροαίρετα δεν απαντάμε *ποτέ* στα σοβαρά. Τίποτα δεν είναι πιο απωθητικό από κάποιον θιασώτη ιδέας ή εκπρόσωπο μάρκας που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το χιούμορ. Η γελοιοποίηση είναι εγγυημένη. Αντιθέτως, μια επιτυχημένη χιουμοριστική απάντηση είναι ο καλύτερος ρούμπος. Αν δεν μπορείς να σκεφτείς κάτι αστείο ή δεν έχεις χιούμορ, άστο καλύτερα.

2. Αξιολόγησε το πρόσωπο που κάνει το αρνητικό σχόλιο: πόσο επιδραστικός είναι στο δικό σου κοινό; Έχει μεγάλο ακροατήριο; Είναι έμπειρος στο debating; Έχει ατζέντα;

3. Αν το αρνητικό σχόλιο διασπείρει ψευδείς πληροφορίες τότε, σε συνεννόηση με κάποιον που χειρίζεται το δημόσιο λόγο του κόμματος ή της εταιρείας δίνεις μια σαφή, ξερή απάντηση με παραπομπή σε στοιχεία. Αν ΔΕΝ διαθέτεις στοιχεία που ν’ανατρέπουν την ψευδή πληροφορία τότε *μην* απαντήσεις επ’ουδενί. Ειδοποίησε τον υπεύθυνο τύπου και ξέρει εκείνος τί πρέπει να κάνει. Η διαχείριση ψευδών ή δυσφημιστικών σχολίων απαιτεί επαγγελματία.

4. Μπορείς να διακρίνεις τα τρολ; Αν δεν μετράς πολλές ώρες στις διαδικτυακές τις πιάτσες είναι πολύ πιθανόν να μην μπορείς να ξέρεις ποιος μιλάει σοβαρά, ποιος θέλει να προξενήσει βλάβη, ποιος να κάνει χαβαλέ. Ρώτησε κάποιον από τους παλιούς. Προσωπικά που μετράω χιλιάδες χιλιόμετρα στο κοντέρ των debate (αναλογικών και ψηφιακών) και γνωρίζω επακριβώς το who is who του ελληνικού διαδικτύου, μπαίνω σε συζήτηση με τρολ μόνον όταν έχω να κερδίσω κάτι απολύτως συγκεκριμένο. Γενικά δεν στο συνιστώ.

5. Πριν ενδυθείς τον άχαρο, ας μην κρυβόμαστε, ρόλο του «πραιτοριανού» ρώτησε τον εαυτό σου τί ακριβώς θα κερδίσεις αν «σηκώσει το γάντι». Θα κερδίσεις ο ίδιος δημοφιλία; Θα καταφέρεις να επιδείξεις τις ικανότητές σου στην επιχειρηματολογία; Θα κερδίσει το κόμμα ή η εταιρεία σου; Τί θα χάσεις αν κάτι πάει στραβά; Πρόσεχε γιατί μπορεί να χάσεις μέχρι και τη δουλειά΄σου, έχει συμβεί.

Σκέψου και τ’ακόλουθα: α. Κάθε αρνητικό σχόλιο, δεν προξενεί βλάβη. Πολλά κάνουν και καλό. β. Θέλεις να ασχολούνται με σένα, το κόμμα σου, το brand σου. γ. Είναι παντελώς αδύνατον να ελέγξεις τη δημόσια σφαίρα. Σημασία έχει ν’ακούγεσαι κι εσύ, είναι αδύνατον να φιμώσεις τους άλλους. δ.Να είσαι κουλ με την κριτική. Στην αρχή τα πράγματα είναι δυσάρεστα όμως μετά συνηθίζεις. Στην τελική, να στο πω αλλιώς: σκέψου πώς θα ήταν αν κανείς δεν ασχολούνταν ποτέ με το κόμμα σου ή με την επιχείρησή σου;

Μην κάνεις την τρίχα-τριχιά, λοιπόν, επίλεξε τις μάχες σου και διασκέδασέ τες κιόλας.

Για το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ

Σύμφωνα με το παλιό πολιτικό ανέκδοτο, εκλογές και συνέδριο κάνεις μόνον όταν ξέρεις ότι θα τα κερδίσεις. Με την έννοια αυτή, λοιπόν, και με βάση τα αποτελέσματα για την εκλογή της νέας Κεντρικής Επιτροπής του ενιαίου πλέον ΣΥΡΙΖΑ, ο προσδιορισμός του νικητή και του ηττημένου δεν είναι τόσο απλός με τα κριτήρια της ψυχρής πολιτικής ανάλυσης για πολλούς λόγους. Καταρχάς, το ριζοσπαστικό μπλοκ του ΣΥΡΙΖΑ που εκπροσωπείται από την «Αριστερή Πλατφόρμα» του Παναγιώτη Λαφαζάνη βγήκε από το συνέδριο συμπαγές και ενισχυμένο, προκαλώντας, σύμφωνα με ορισμένους, δυσάρεστη έκπληξη στην ηγετική ομάδα του κόμματος. Την ίδια στιγμή, και από την άλλη πλευρά, είναι αναμφισβήτητο πως η στρατηγική επιλογή του Αλέξη Τσίπρα να μετατοπίσει τη ρητορική του κόμματος προς το Κέντρο φαίνεται, και είναι, η μόνη λογική προκειμένου το κόμμα να διεκδικήσει την εξουσία με αξιώσεις.

Πώς, όμως, αυτό θα γίνει εφικτό, με τη ριζοσπαστική πλευρά του κόμματος να κατέχει υπολογίσιμη δύναμη μετά και την εκλογική εξαφάνιση των προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ στελεχών στις εκλογές της Κ.Ε.; Στο επίπεδο της πολιτικής ρητορικής η στροφή ξεκίνησε από τις περσινές εκλογές ακόμα, όταν μετά τον πετυχημένο ελιγμό της Νέας Δημοκρατίας το δίλημμα μετατοπίστηκε από το «μνημόνιο/αντιμνημόνιο» στο «εντός/εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης» και σ’ ένα ευρύτερο δίλημμα μεταξύ Δεξιάς/Αριστεράς, με τη Νέα Δημοκρατία να κερδίζει όχι μόνο ψήφους αλλά και τα σημεία εξαιτίας της προεκλογικής διγλωσσίας αρκετών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Στην πορεία και όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε και από τα δημοσκοπικά ευρήματα, φαίνεται ότι και η κοινωνία δείχνει να έχει ξεπεράσει το δίλημμα «μνημόνιο/αντιμνημόνιο», το οποίο παράγει μια ρητορική χρήσιμη κυρίως στις δυνάμεις που αμφισβητούν την κοινοβουλευτική δημοκρατία (κάποιες από αυτές και εντός του ΣΥΡΙΖΑ).

Σήμερα, έναν χρόνο μετά, και επιχειρώντας να αξιοποιήσει τις δύο σοβαρές κυβερνητικές κρίσεις που προκάλεσαν ο αντιρατσιστικός νόμος και η ΕΡΤ, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί τη στροφή στο Κέντρο, επενδύοντας στο δίλημμα Δεξιά/Αριστερά, ακολουθώντας όμως μια πιο «παραδοσιακή συνταγή»: αυτή του Ανδρέα Παπανδρέου της δεκαετίας του ’80.   Ένα από τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι το αν υπάρχει στο Κέντρο ακροατήριο πρόθυμο ν’ ακούσει τον πολιτικό λόγο και το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, όπως διαμορφώθηκαν μετά το συνέδριο. Θα έλεγε κανείς ότι η αποχώρηση της ΔΗΜ.ΑΡ. από την κυβέρνηση και η παραμονή του ΠΑΣΟΚ σε αυτή δημιουργεί ένα δυνητικό ακροατήριο. Δεν θα συμφωνήσω. Μια τέτοια ερμηνεία θα είχε το «αντιδεξιό μένος» ως μόνο κοινό τόπο συμφωνίας του ετερόκλητου χώρου της κεντροαριστεράς, που περιλαμβάνει πλέον αρκετούς φιλελεύθερους, και κάτι τέτοιο δεν ισχύει σε καμία περίπτωση, δεδομένου ότι οι κεντρώοι αισθάνονται πιεσμένοι εξίσου από τη δεξιά και τη ριζοσπαστική αριστερά, ειδικά όπως εκφράζεται από την ομάδα Λαφαζάνη.

Επιπροσθέτως, ακόμα κι αν το Κέντρο δείχνει να έχει χάσει πολύτιμο χρόνο στη δημιουργία ενός βιώσιμου κομματικού πόλου, στην πραγματικότητα όλο αυτό το χρονικό διάστημα ζυμώθηκε αρκετά ώστε να εκφράζει έναν ενιαίο λόγο που πλέον τοποθετεί το μεταρρυθμιστικό αίτημα πολύ ευρύτερα και στη μετά το μνημόνιο εποχή. Την ίδια στιγμή, το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ δεν έδωσε καθόλου ικανοποιητική, για τους κεντρώους, απάντηση. Ο αντιδεξιός λόγος του Αλέξη Τσίπρα, λοιπόν, σε συνδυασμό με τις θέσεις της δυνατής εντός του ΣΥΡΙΖΑ «Αριστερής Πλατφόρμας» του Παναγιώτη Λαφαζάνη, δεν βλέπω πώς μπορεί να γίνει ελκυστικός στο κεντρώο ακροατήριο στο οποίο στοχεύει.

Τα αποτελέσματα για την εκλογή των μελών της Κεντρικής Επιτροπής, λοιπόν, κάνουν τα πράγματα αρκετά περίπλοκα για τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ. Η μετά το συνέδριο ημέρα βρίσκει τον Αλέξη Τσίπρα να χρειάζεται κυρίως ένα πράγμα: χρόνο. Άραγε, ο χρόνος που χρειάζεται ο Αλέξης Τσίπρας για να ισορροπήσει μέσα στον ενιαίο αλλά ακόμα διακριτά ριζοσπαστικό ΣΥΡΙΖΑ να είναι αυτός που χρειάζονται οι δυνάμεις του κέντρου ώστε να καταφέρουν να δημιουργήσουν τον κεντρώο και με αξιώσεις εκλογικής επιτυχίας πόλο; Αυτό είναι κάτι που θα ξεκαθαριστεί, και μάλιστα σύντομα.

Δημοσιεύθηκε στη LIFO

Ο διαφορετικός δρόμος των Βρετανών.

Ένα από τα πράγματα που μαθαίνεις όταν εργάζεσαι στην επικοινωνία μεγάλων και μαζικών πολιτιστικών εκδηλώσεων, είναι το να αποτιμάς την επιδραστικότητα και τη σημασία κάθε εκδήλωσης χωρίς να σε επηρρεάζει το ατομικό σου γούστο. Το βράδυ της 27ης Ιουλίου όμως και παρακολουθώντας την τελετή έναρξης των Αγώνων του Λονδίνου  δεν χρειαζόνταν να έχεις ιδιαίτερη εξοικείωση με τη σημειολογία των μεγάλων θεαμάτων για να καταλάβεις ότι οι Βρετανοί, με επικεφαλής τον σκηνοθέτη Ντάνυ Μπόιλ, άνοιξαν μια νέα σελίδα στην ιστορία τους.

Μέχρι τώρα, αυτό που γνωρίζαμε ως συνταγή για την τελετή έναρξης ολυμπιακών αγώνων ήταν η φαντασμαγορική παρουσίαση της ιστορίας κάθε χώρας που κάθε φορά τους φιλοξενούσε μέσα από ένα παλλίμψηστο πολιτιστικών και ιστορικών συμβόλων, εμβληματικά όλα τους και κυρίως άμεσα ταυτισμένα στη συνείδηση των πολιτών του κόσμου με τη συγκεκριμένη χώρα και εύκολα αναγνωρίσιμα. Η δόση του φολκλόρ που κάθε φορά παίρναμε εξαρτώνονταν άμεσα από το ταλέντο του σκηνοθέτη της τελετής. Όσο πιο μεγάλο το καλλιτεχνικό του ταλέντο, τόσο λιγότερο φολκλόρ.
Οι Βρετανοί όμως διάλεξαν ένα εντελώς διαφορετικό δρόμο κι έτσι, αντί να μας αφηγηθούν την ιστορία τους, αποφάσισαν να μας παρουσιάσουν την ιστορική εξέλιξη των θεσμών τους μαζί με όλα αυτά που οι ίδιοι πιστεύουν ότι τους επέτρεψαν να διακριθούν και να γίνουν μεγάλοι.

Ο σκηνοθέτης μας προειδοποίησε αρκετά νωρίς ότι η η ειδυλλιακή βρετανική εξοχή, το φυσικο πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ο πολιτισμός τους, δεν θα έπρεπε να μας παραπλανήσει. Το είπε με τα λόγια του δύσμορφου δούλου Κάλιμπαν από την “Τρικυμία” του Σέξπηρ: “ Μην σκιάζεσαι, γιομάτο είναι το νησί βουές, αχούς γλυκές λαλιές που ευφραίνουν μα δεν βλάπτουν” [μετάφραση, Βασίλη Ρώτα]. Η βιομηχανική επανάσταση, η δημοκρατία, τα ατομικά δικαιώματα και το γυναικείο κίνημα, η ελευθερία του επιχειρείν, η πρόνοια για τον αδύνατο με το Εθνικό Σύστημα Υγείας, η πολυπολιτισμικότητα, η είσοδος στην ψηφιακή εποχή με την εφεύρεση και την ανάπτυξη του Διαδικτύου, αυτά ήταν τα “Θαύματα”, οι “βουές που αχούν στο νησί” για τα οποία μας μίλησε στην αρχή ο Κάλιμπαν.
Και τί άλλο είναι οι θεσμοί εξόν από εργαλεία; Αφού λοιπόν μας παρουσίασαν “τα εργαλεία”. μας εξήγησαν τί έκαναν μ’αυτά, πώς αυτά ωφέλησαν τα άτομα στον ιδιωτικό τους βίο  τον οποίο συμβόλιζε το “τυπικό βρετανικό σπίτι” που εμφανίστηκε κάποια στιγμή στο κέντρο του σταδίου. Στην τομή μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, σ’ενα πλαίσιο ατομικής ελευθερίας, οι Βρετανοί ανέπτυξαν την pop κουλτούρα, τη ροκ μουσική, σύμβολα απόλυτα δικά τους που έγιναν, ωστόσο, κτήμα της ανθρωπότητας. Από ένα σημείο και μετά, η τελετή έναρξης δεν αφηγούνταν την ιστορία της Βρετανίας αλλά του πλανήτη ολόκληρου.

Την δε αυτοπεποίθηση που χαρακτηρίζει τους Βρετανούς για το θεσμικό τους πλαίσιο που επιτρέπει την ατομική δημιουργία την έδειξαν επιδεικνύοντας άλλο ένα ισχυρο και εμβληματικό τους όπλο: το χιούμορ. Οι θεσμοί είναι τόσο σημαντικοί που κανείς δεν εχει πρόβλημα να κάνει και λίγο πλάκα με τα πρόσωπα που τους φέρουν, ούτε τα ίδια τα πρόσωπα, ούτε η ίδια η Βασίλισσα!

Σημειολογικά, η τελετή έκλεισε θυμίζοντάς μας δυο βασικές αρχές: Πρώτον, η δημοκρατία αφορά βασικώς στην ευημερία του ατόμου το οποίο όμως μόνο του δεν μπορεί να κάνει τίποτα και δεύτερον, στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν αυθεντίες. Το άναμα της φλόγας των αγώνων, η μεγαλύτερη τιμή για όποιον αναλάβει το καθήκον, έγινε από μια ομάδα νέων ανθρώπων υπογραμμίζοντας αυτές τις δύο καθεστωτικές αρχές. Λίγο νωρίτερα, το λάβαρο των Αγώνων δεν το είχαν μεταφέρει Βρετανοί αλλά οκτώ άνθρωποι που υπηρέτησαν τις αρχές του ανθρωπισμού μέσα από τους αγώνες τους για τα ατομικά και ανθρώπινα δικαιώματα.

Το αν η τελετή ήταν ωραία (τί σημαίνει αυτό;), βαρετή, χειρότερη ή καλύτερη από “τη δική μας”, δεν είμαι η αρμόδια να το σχολιάσω και να το κρίνω. Βέβαια, στην επικοινωνία, υπάρχει ένα βασικό αξίωμα: όταν το κοινό καθρεφτίζεται πάνω στο μήνυμα που διασπείρεις αρχίζοντας τις συγκρίσεις, η αποστολή σου έχει εκπληρωθεί και μάλιστα με επιτυχία. Άλλως τε, όπως έγραψε και ο φίλος Αντώνης Καρπετόπουλος στο τουίτερ: “Καταπληκτικοι Αγγλοι! Μοντέρνοι, πραγματικοί αυταρεσκοι. Σου λένε: “Σε καλουμε για λίγο στην πόλη μας για τους Αγώνες. Δεν θα στα πούμε κι οπως θες!” . Και είναι ακριβώς έτσι.

Δημοσιεύθηκε στο Protagon