Η ανατομία μιας αναπάντεχης εκλογικής νίκης

Σύμφωνα με αξίωμα της πολιτικής επικοινωνίας, τις εκλογές τις κερδίζει αυτός που καταφέρνει να θέσει τα σωστά διλήμματα.

Είναι αυτό που είχαμε επισημάνει εδώ στο Liberal, στο σημείωμα της 23ης Δεκεμβρίου, αμέσως μετά τον α’γύρο των εσωκομματικών εκλογών της Νέας Δημοκρατίας:

«Αυτό που θα αντιπαρατεθεί στον β’γύρο είναι ο τρόπος που η Αντιπολίτευση θα τοποθετηθεί απέναντι στο αίτημα για την ανανέωση της και την άρθρωση πειστικής κυβερνητικής αντιπρότασης».

Ποίοι ήταν λοιπόν οι παράγοντες που επέτρεψαν στον Κυριάκο Μητσοτάκη να διατυπώσει εκείνος τα διλήμματα και να κερδίσει τις εκλογές;

Η απάντηση σ’αυτή την ερώτηση πρέπει ν’αναζητηθεί σε δύο επίπεδα: αυτό των οπαδών της Νέας Δημοκρατίας (ως τέτοιους, στις έρευνες κοινής γνώμης ορίσαμε αυτούς που τον Σεπτέμβριο ψήφισαν το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης) κι αυτό του ευρύτερου εκλογικού σώματος που έφερε στις κάλπες η ανοιχτή εκλογική διαδικασία.
Όσον αφορά τους οπαδούς της Νέας Δημοκρατίας.

Ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης και όσοι τον υποστήριξαν απέτυχαν να ερμηνεύσουν σωστά το αίτημα για ενότητα του κόμματος. Οι πολίτες ζήτησαν μια Νέα Δημοκρατία ενωμένη για  να σταθεί απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και όχι δίπλα στον Αλέξη Τσίπρα. Το ενδεχόμενο ο επόμενος πρόεδρος της ΝΔ να συναινεί στα κυβερνητικά σχέδια σε συνδυασμό με τις φήμες για “υπόγεια επικοινωνία” του πρώην Πρωθυπουγού Κώστα Καραμανλή με το Μέγαρο Μαξίμου συνέβαλλαν στον να εμπεδωθεί ένα αίσθημα σκεπτικισμού απέναντι στην υποψηφιότητα Μεϊμαράκη.

Αλλά και ο ίδιος ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης που υποτίθεται ότι ευαγγελιζόταν την ενότητα, τις τελευταίες εβδομάδες αντιπαρατέθηκε δημοσίως και μάλιστα με τρόπο οξύ με μεσαία στελέχη του κομματικού μηχανισμού, γεγονός που τελικά προκάλεσε συζήτηση για το πώς αντιλαμβανόταν την ενότητα του κόμματος.

Για τους οπαδούς της Νέας Δημοκρατίας και ειδικά για τα κομματικά στελέχη μέτρησε πολύ και η δυνατότητα του επόμενου προέδρου να κερδίσει τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ομάδα του κ.Μεϊμαράκη αν και επικαλούνταν το περίφημο DNA της παράταξης έδειξε να ξεχνάει ότι η ΝΔ ιδρύθηκε απο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ως κόμμα ευρύτερων συγκλίσεων και όχι αποκλεισμών και σ’αυτό ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδειξε ότι μπορεί να φέρει στις κάλπες πολίτες που δεν εντάσσονται κομματικά στη Νέα Δημοκρατία.

Τέλος, όσο και να αφορούσαν ένα κομματικό θώκο, οι εσωκομματικές εκλογές είναι μια βαθιά πολιτική διαδικασία και οι συγκεκριμένες αφορούσαν πρωτίστως την ταυτότητα του κόμματος. Το «λίγο απ’όλα» του Βαγγέλη Μεϊμαράκη δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα κλίμα υπέρ του ειδικά όταν βρέθηκε να έχει απέναντί του έναν υποψήφιο που πήρε καθαρές και απολύτως συγκεκριμένες θέσεις σε όλα τα γενικά και ειδικά πολιτικά ζητήματα.
Όσον αφορά το ευρύτερο, μη κομματικό κομμάτι του πληθυσμού που έλαβε μερος στη διαδικασία:

Μέτρησε πολύ ο τρόπος που διεξήγαγε τον αγώνα του ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Εδειξε επαγγελματισμό, σχεδιασμό, προγραμματισμό, ανάλυση και πειθαρχία. Αυτό μαζί με την κατίσχυσή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτούργησαν ως πειστήρια ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που όχι μόνο γνωρίζει τί σημαίνει σύγχρονο leadership αλλά μπορεί και να λειτουργεί ως σύγχρονος leader.

Ο ένας χρόνος διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ έκανε ορατή την ανάγκη ο επόμενος αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας να είναι ένας μορφωμένος, επαρκής επαγγελματίας αφού εχει γίνει πλέον φανερό ότι η ανεπάρκειά στο πολιτικό προσωπικό στοιχίζει με τρόπο μετρήσιμο στη χώρα.

Πάνω απ’όλα όμως, μέτρησε η υπόσχεση που έδωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης ότι θα πολιτευθεί διαφορετικά εφαρμόζοντας στο κόμμα τις αρχές της αξιοκρατίας μέσα από την αξιολόγηση των στελεχών, της σύνθεσης, της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Οι πολίτες δεν αντέχουν πλέον τον παλιό τρόπο και ο Κυριάκος Μητσοτάκης έπεισε ότι μπορεί να πολιτευθεί διαφορετικά.

Τέλος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έπεισε ότι μπορεί να κερδίσει τον Αλέξη Τσίπρα ανοίγοντας το κόμμα στο Κέντρο και εμπνέοντας ακόμα κι αυτούς που δεν τον ψήφισαν να εργαστούν μαζί του.
Τί περιμένουμε στο εξής από τη Νέα Δημοκρατία;

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δείχνει να έχει αντιληφθεί ότι δεν το κόμμα δεν έγινε μέσα σ’ενα βράδυ φιλελεύθερο και ότι αναδείχθηκε αρχηγός σ’ενα συντηρητικό, κεντροδεξιό κόμμα με ισχυρές φωνές της λεγόμενης λαϊκής δεξιάς. Θα καταφέρει να εκπληρώσει την υπόσχεσή του για νέο τρόπο πολιτεύεσθαι, αν διακρίνει τα στελέχη που μπορούν να δουλέψουν σ’αυτο μαζί του, άσχετα από το πού ανήκουν. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι από τους βουλευτές που ψήφισαν το σύμφωνο συμβίωσης δεν στάθηκαν δίπλα του όμως αντιλήφθηκαν ότι η εποχή απαιτεί εναν άλλο, πραγματιστικό τρόπο του πολιτεύεσθαι.
Στοίχημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι να καταφέρει να αποδείξει ότι στο σύγχρονο κόσμο ο τρόπος του πολιτεύεσθαι είναι που παράγει πολιτική κουλτούρα περισσότερο από τις συζητήσεις περί ιδεολογίας και ότι το αποτέλεσμα είναι αυτό που  μετράει. Άλλωστε η εκλογή του από μόνη της λειτουργεί ως απόδειξη όλων των παραπάνω.

Δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 11/11/2016

Advertisements

Εκλογές Νέας Δημοκρατίας – β’ γύρος: Θέσεις ή «λίγο απ’ όλα;

Την Κυριακή, στις εκλογές για την ανάδειξη προέδρου Νέας Δημοκρατίας, ο υποψήφιος για τη θέση κ. Βαγγέλης Μεϊμαράκης εμφανίστηκε φορώντας μια πολύ περίεργη μπλούζα, απροσδιόριστης κατηγορίας. Ήταν κάτι μεταξύ ζιβάγκο, πουλόβερ και πουκάμισου. Εξίσου απροσδιόριστο ήταν και το χρώμα της: κάτι μεταξύ του γαλάζιου της Νέας Δημοκρατίας και του μωβ που επιλέγουν συνήθως οι φιλελεύθεροι του Κέντρου. Αυτή η ενδυματολογική επιλογή οπτικοποίησε με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια όλα όσα κομίζει ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης στη συζήτηση για τη φυσιογνωμία της κεντροδεξιάς. Όλα όσα, τελικώς, δείχνουν να γίνονται αποδεκτά από μεγάλη μερίδα των φίλων, υποστηρικτών και ψηφοφόρων της και κωδικοποιούνται στην εξής φράση: λίγο απ’ όλα.

Αν και όλοι συμφωνούν με τη θέση ότι η Νέα Δημοκρατία χρειάζεται επειγόντως διακριτή ταυτότητα την οποία θα ορίζουν οι θέσεις της περισσότερο από τις αποφάσεις/αντιθέσεις της, τελικά είναι το «λίγο απ’ όλα», όπως το εκφράζει ο κ. Μεϊμαράκης, που προηγείται μέσα από τη διαδικασία της κάλπης τουλάχιστον.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Πρώτα απ’ όλα η Νέα Δημοκρατία δεν έχει καταφέρει να κάνει τη διάκριση μεταξύ της φυσιογνωμίας του κόμματος και της αποτελεσματικότερης τακτικής που πρέπει αυτό να υιοθετήσει απέναντι στην κυβέρνηση. Η Νέα Δημοκρατία δείχνει να μην έχει καταλάβει ότι άλλο πράγμα είναι η ταυτότητα, άλλο η στρατηγική, άλλο η τακτική. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι δείχνουν να πιστεύουν ότι μια σκληρή αντιπολίτευση σε κατατάσσει αυτομάτως στη λαϊκή δεξιά ή ότι «λαϊκή δεξιά» σημαίνει αντιπολίτευση σε υψηλούς τόνους. Άλλοι πάλι, προφανώς οι περισσότεροι, θεωρούν ότι κεντροδεξιά και συναίνεση σημαίνουν «λίγο απ’ όλα» και δεν σχετίζεται με κάποιο συγκεκριμένο αίτημα της οικονομικής και κοινωνικής ατζέντας, οπότε δεν κρίνουν σκόπιμο ν’ αρθρώνουν λέξη πολιτικού λόγου. Η σύγχυση αυτή είχε συνέπειες και στη γενικότερη συζήτηση. Από τον Ιανουάριο και μετά βλέπουμε στελέχη της Νέας Δημοκρατίας να ομιλούν για τη φυσιογνωμία του κόμματος, ενώ, στην πραγματικότητα, αναλύουν μια αντιπολιτευτική στρατηγική, με αποτέλεσμα η συζήτηση να γίνεται περισσότερο για το ύφος του αντιπολιτευτικού λόγου και όχι για το περιεχόμενό του.

Στον αντίποδα του «λίγο απ’ όλα» στάθηκε ο προεκλογικός αγώνας του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος παρουσίασε συγκεκριμένες προτάσεις, υπερασπίστηκε πολιτικές, έθεσε στόχους. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης περιέγραψε τη Νέα Δημοκρατία του παρόντος και του μέλλοντος μέσα από θέσεις και όχι αντιρρήσεις. Αυτή η επιλογή ήταν στρατηγικά επιτυχημένη. Αφενός αυτή η προσέγγιση ως τρόπος σκέπτεσθαι λειτουργεί από μόνη της ως τεκμήριο πραγματικά μεταρρυθμιστικής διάθεσης. Αφετέρου, ήταν αυτό που τον βοήθησε ν’ απαλλαγεί από το «βαρίδι» του ονόματός του.

Ο δεύτερος γύρος των εκλογών στη Νέα Δημοκρατία δεν θα έχει να κάνει τόσο με αντιπαράθεση ιδεολογίας, αφού δεν γίνεται ν’ αντιπαρατεθεί η φιλελεύθερη μεταρρυθμιστική κεντροδεξιά με το «λίγο απ’ όλα». Δεν υπάρχει περιεχόμενο αντιπαράθεσης στο επίπεδο των θέσεων και των ιδεών. Αυτό που θα αντιπαρατεθεί είναι ο τρόπος που η Αντιπολίτευση θα τοποθετηθεί απέναντι στο αίτημα για την ανανέωση της και την άρθρωση πειστικής κυβερνητικής αντιπρότασης.

Πώς θα βγούμε από το αδιέξοδο; Με συγκεκριμένες θέσεις ή με «λίγο απ’ όλα»; Το πόσο ορθολογικά θα τοποθετηθούν οι ψηφοφόροι απέναντι στο ερώτημα θα το μάθουμε στις 10 Ιανουαρίου.

Δημοσιεύθηκε στο Liberal.gr στις 23/12/2015

Η ατζέντα μπορεί να κρίνει τις εσωκομματικές στη Νέα Δημοκρατία.

Οι εσωκομματικές εκλογές στη Νέα Δημοκρατία πέρα από την αυτονόητη πολιτική τους σημασία παρουσιάζουν ένα εξαιρετικά μεγάλο ενδιαφέρον για τον ευρύτερο χώρο των πολιτικών επιστημών και της στρατηγικής πολιτικών μηνυμάτων, δεδομένου ότι η Νέα Δημοκρατία έχει απήχηση σ’ενα ευρύτατο φάσμα ψηφοφόρων, από τη Δεξιά μέχρι τη Κεντροδεξιά και τους Φιλελεύθερους αλλά κι ένα ευρύτερο τμήμα του εκσυγχρονιστικού/μεταρρυθμιστικού χώρου όπως αυτός έχει κατά καιρούς εκφραστεί από κόμματα όπως η Δράση ή το Ποτάμι.
Την ίδια στιγμή η ανοιχτή διαδικασία με την οποία θα διεξαχθούν οι εσωκομματικές εκλογές της Κυριακής, συνεπάγεται περιορισμούς στην δημοσκοπική πρόβλεψη του αποτελέσματος δεδομένου ότι δεν είναι σαφές το εκλογικό σώμα που θα προσέλθει, τελικώς, στην κάλπη.

Οι έρευνες που διεξήγαγε η εταιρεία Prorata έχουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί επιχειρούν να υπερβούν τους περιορισμούς, διερευνώντας τα κριτήρια βάσει των οποίων το εκλογικό σώμα θα επιλέξει πρόεδρο για τη Νέα Δημοκρατία. Σημειώνουμε ότι σε όλες έρευνες της Prorata δεν δηλώνεται πρόθεση ψήφου ακριβώς γιατί με το εκλογικό σώμα σε ρόλο «αγνώστου Χ» αυτή η πρόβλεψη θα ήταν προβληματική.
Η τελευταία έρευνα πολιτικών στάσεων και ανίχνευσης εντυπώσεων που διεξήγαγε η Prorata στο διάστημα 17-17 Νοεμβρίου μας δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία για τις εκλογές της Κυριακής.

Τα κριτήρια για την επιλογή προέδρου τέθηκαν από τους ίδιους τους υποψηφίους κατά τον προεκλογικό τους αγώνα καθώς ο καθένας από αυτούς ταυτίστηκε με το ζητούμενο που έθεσε ως διακύβευμα για το κόμμα του.

Τέσσερα είναι τα σημαντικότερα κριτήρια επιλογής του επόμενου αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας:
1. Να κρατήσει το κόμμα ενωμένο.
2. Να νικήσει τον Αλέξη Τσίπρα στην επόμενη εκλογική μάχη.
3. Να εφαρμόσει αποτελεσματικότερα τις Μεταρρυθμίσεις.
4. Να ανανεώσει το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.

Στην έρευνα προφανώς μετράμε τόσο ανάμεσα σε αυτούς που δηλώνουν ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας όσο και το γενικό πληθυσμό. Επιπροσθέτως, σε όλες τις τελευταίες πολιτικές έρευνες κοινής γνώμης που διεξήγαγε και διεξάγει η Prorata αναζητούνται απαντήσεις και βάσει της ψήφου στο δημοψήφισμα του Ιουλίου γιατί αντιμετωπίζουμε το δημοψήφισμα ως ένα μείζον πολιτικό γεγονός που η σε βάθος χρόνου διερεύνησή του προσκομίζει πάντα ενδιαφέροντα στοιχεία είτε ως επαλήθευση είτε ως συμπληρωματική ερμηνεία πολιτικών/εκλογικών συμπεριφορών.

Από την έρευνα προκύπτει σαφώς ότι στους ψηφόρους της Νέας Δημοκρατίας τον Σεπτέμβριο του 2015 το κριτήριο της Ενότητας αναδεικνύεται ως το σημαντικότερο κριτήριο επιλογή και σε ποσοστό που ανέρχεται στο 37% του δείγματος. Στον γενικό πληθυσμό, αντιθέτως, ως σημαντικότερο κριτήριο επιλογής προέδρου είναι η ικανότητά του ν’ανανεώσει το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας (38% του δείγματος).

Πιο συγκεκριμένα. Ανάμεσα στους ψηφοφόρους της ΝΔ που δηλώνουν ότι είναι βέβαιο ότι θα προσέλθουν στην κάλπη πρώτο κριτήριο αναδεικνύεται αυτό της Ενότητας (38%), δεύτερο αυτό της Ανανέωσης (27%) και τρίτο, με σχετικά μικρή διαφορά, τη δυνατότητα του νέου προέδρου να εφαρμόσει Μεταρρυθμίσεις (24%).

Στη λεγόμενη παράσταση νίκης, στον γενικό πληθυσμό, ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης υποδεικνύεται σε ποσοστό 59% ως ο νικητής των εκλογών.

Συνοπτικά, τα ευρήματα αυτά μας δίνουν αρκετά στοιχεία για τα κριτήρια που δείχνουν ότι θα επικρατήσουν για την επιλογή αρχηγού και σε συνδυασμό με το κάθε πρόσωπο που τα εκφράζει οδηγούμαστε σε κάποια συμπεράσματα.

Όπως έγραψα από την αρχή, σημαντικός παράγοντας θα είναι η προσέλευση στην κάλπη. Σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές αυτό το στοιχείο μπορεί να ειναι και το καθοριστικό για την εκλογή.
Ετέθη λοιπόν ως ερώτηση διασταύρωσης, αν ο ερωτώμενος είχε συμμετάσχει στις εσωκομματικές εκλογές του 2009 και πόσο πιθανό είναι να συμμετάσχει στις εκλογές της Κυριακές.
Από αυτούς που είχαν ψηφίσει για αρχηγό το 2009 ένα 43% δηλώνει μετά βεβαιότητος ότι θα συμμετάσχει στις εκλογές της Κυριακής.

Τα ποιοτικά στοιχεία της έρευνας, βάσει της ατζέντας των κοινωνικών αιτημάτων μας δείχνουν ότι ανάμεσα στους τέσσερις υποψηφίους φαίνεται ότι διαμορφώνονται δυο θεματικές υποψηφιότητες, πάντα σύμφωνα με το πώς το αντιλαμβάνεται η κοινή γνώμη τα δεδομένα. Έχουμε μια μεταρρυθμιστική/προοδευτική θεματική υποψηφιοτητα που συνδέεται με το πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη και μια ακραιφνώς συντηρητική που συνδέεται με τον Απόστολο Τζιτζικώστα.

Σε όλους τους δείκτες απήχησης, άσχετα αν οι ερωτώμενοι ψήφισαν ή όχι ΝΔ και ασχέτως αν σκοπεύουν να προσέλθουν την Κυριακή στην κάλπη, πρώτος αναδεικνύεται ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πως στην ίδια ερώτηση, ως προς την ψήφο στο δημοψήφισμα του Ιουλίου, ο Απόστολος Τζιτζικώστας αναδεικνύεται δεύτερος ανάμεσα στους οπαδούς του ΟΧΙ (στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ) ενώ στους ψηφοφόρους του ΝΑΙ δεύτερος αναδεικνύεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Απ’όλα τα παραπάνω εκτιμώ ότι σ’ενα μεγάλο ποσοστό, η δεύτερη θέση θα κριθεί απο την ικανότητα που θα έχουν οι υποψήφιοι να προσεκλύσουν το σώμα στις κάλπες, ένα εγχείρημα που διευκολύνεται, τουλάχιστον σε επίπεδο στρατηγικών επιλογών στην επικοινωνία από τις θεματικές υποψηφιότητες. Οι μεταρρυθμιστές/εκσυγχρονιστές και οι φιλελεύθεροι που θα αποφασίσουν να προσέλθουν στις κάλπες ή αντίστοιχα οι υπερσυντηρητικοί/αντιευρωπαϊστές μπορεί να κρίνουν τα αποτελέσματα του α’γύρου.
Μένει να δούμε, αν οι υποψήφιοι θα «παίξουν», έστω και την τελευταία στιγμή, σ’αυτό το πεδίο.

Δημοσιεύθηκε στο Liberal.gr στις 20/11/2015

Δημήτρη Ψυχογιού, Η πολιτική βία στην ελληνική κοινωνία

 

i_politiki_via_stin_elliniki_koinonia

Ο Δημήτης Ψυχογιός, στο βιβλίο του “Η πολιτική βία στην ελληνική κοινωνία” (Εκδόσεις Επίκεντρο), με το οποίο επιχειρεί να ερμηνεύσει το φαινόμενο της πολιτικής βίας στην Ελλάδα, αναπτύσσει μια ενδιαφέρουσα θεωρία· τη διατυπώνει μάλιστα από τον πρόλογο του βιβλίου του: Το πρόβλημα της πολιτικής βίας στη χώρα μας πρέπει να ερμηνευθεί με όρους πολιτισμικούς, προτείνει ο συγγραφέας. Λέει χαρακτηριστικά: “(η βία)…Διαχέεται από τη ρητορική μίσους των πολιτικών πρωταγωνιστών, αλλά διαιωνίζεται επειδή αποθεώνεται η πολεμική βία των πραγματικών ή φανταστικών προγόνων μας…” (σελ. 10).   Σε αυτή τη βάση οι δύο μεγάλες παρατάξεις, η Δεξιά και η Αριστερά, έχουν κάθε μια πλάσσει τη δική της μυθολογία. Η δεξιά μυθολογία τρέφεται από την “πολεμική αρετή των Ελλήνων”, ενώ η αριστερή από το “αντιστασιακό ήθος του ελληνισμού”.

Σε κάθε περίπτωση, συνεχίζει πιο κάτω ο συγγραφέας, αυτή “η συγκρουσιακή κουλτούρα καλλιεργείται ήδη από το σχολείο, με την ανάγνωση της ελληνικής ιστορίας ως αλυσίδα ‘αδιαπραγμάτευτων’ αγώνων του έθνους που ξεκινούν από τον Μαραθώνα και φτάνουν ως σήμερα” (σελ. 49).

Η αναζωπύρωση του φαινομένου της πολιτικής βίας στη χώρα κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια αυτομάτως καθιστά την προσέγγιση εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και σημαντική, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του γενικού αναστοχασμού που λαμβάνει χώρα αυτή τη στιγμή στην ελληνική κοινωνία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Για να υποστηρίξει την ιδέα του περί των πολιτισμικών χαρακτηριστικών της πολιτικής βίας, αρχικά  ο συγγραφέας σχολιάζει αφηγούμενος τη “μακρά δεκαετία του ’70” με αρχή το 1968 η οποία είναι για τη Δυτική Ευρώπη η δεκαετία του αριστερισμού, της εξτρεμιστικής αντικοινοβουλευτικής αριστεράς, με ομοιότητες, διαφορές και διαβαθμίσεις ανά χώρα τις οποίες ο συγγραφέας επισημαίνει με την ερμηνευτική τεχνική των διαρκών προβολών προς το πρόσφατο και απώτερο παρελθόν κάθε χώρας για να καταλήξει στην “ελληνική ιδιαιτερότητα” που ορίζεται ως η αδιάλειπτη συνέχεια του φαινομένου της πολιτικής βίας στη χώρα μας ακόμα κι όταν στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες τα φαινόμενα του εξτρεμισμού έχουν περιθωριοποιηθεί ή και εξαληφθεί.

Ο συγγραφέας αφηγείται και σχολιάζει με δηλωμένα διπλή ιδιότητα: άλλοτε ως πρωταγωνιστής της  αμέσως μετά τη Χούντα περιόδου, με τη δράση του στην αριστερά που του επέτρεψε να γνωρίζει πρόσωπα αλλά κυρίως τρόπους του σκέπτεσθαι στο συγκεκριμένο χώρο και ως δημοσιογράφος-αναλυτής και είναι αυτή η διπλή ιδιότητα που κάνει το βιβλίο εξαιρετικά ενδιαφέρον ως ντοκουμέντο αλλά και εξαιρετικά γοητευτικό ως ανάγνωσμα με το καταιγιστικό, δημοσιογραφικό ύφος που υιοθετεί στην αφήγησή του ο συγγραφέας.

Ο Δημήτρης Ψυχογιός γράφει τολμηρά και χωρίς περιστροφές κι ενώ δεν το δηλώνει, είναι προφανές στον αναγνώστη ότι η αντιδικτατορική του δράση (ο συγγραφέας συνελήφθη και βασανίστηκε από τη Χούντα) αφενός του δίνει το ηθικό πλεονέκτημα να προβαίνει σε διαπιστώσεις και κρίσεις για τα γεγονότα και αφετέρου τον προστατεύει από την κατηγορία του “ιδεολογικά ύποπτου” που αποδίδεται πολύ εύκολα στον καθένα σήμερα που παρεμβαίνει στη δημόσια σφαίρα.

Την ίδια στιγμή αυτό είναι και το μεγαλύτερο μειονέκτημα του βιβλίου: ο υποκειμενικός χαρακτήρας της ανάλυσης τη στιγμή που ο βασικός μάρτυρας των γεγονότων που παρουσιάζονται είναι ο ίδιος ο αναλυτής-αφηγητής, μια αίσθηση που τονίζεται με την υποβόσκουσα “επίκληση στην αυθεντία” του “ήμουν στην Αριστερά άρα εξ ορισμού ξέρω πώς σκεφτονται”.

Έπειτα, ενώ ο συγγραφέας αναδεικνύει επαρκέστατα τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της ελληνικής εκδοχής του φαινομένου της πολιτικής βίας όπως αυτά αναπαράγονται από την παιδεία μας για να καταλήξουν βασικά χαρακτηριστικά της αυτοσυνειδησίας μας, δεν σχολιάζει καθόλου την “ελληνική ιδιαιτερότητα” στην εξέλιξη του πολιτεύματος. Το γεγονός ότι το δικαίωμα στην καθολική ψηφοφορία δόθηκε σ’ενα σώμα που είχε θεμελιώσει ήδη την πολιτική βία ως βασικό του χαρακτηριστικό ενώ στη Δυτική Ευρώπη ο κοινοβουλευτισμός αναπτύχθηκε με τη σταδιακή διεύρυνση του εκλογικού σώματος και καθιέρωσε τον συναινετικό συμβιβασμό ως αποδεκτή πρακτική πολιτικής αντιπαράθεσης, απουσιάζει ως ερμηνεία από την ανάλυση του συγγραφέα. Γιατί ναι μεν η αναπαραγωγή στερεοτύπων μέσω της παιδείας ήταν καθοριστική αλλά όταν μιλάμε για πολιτική βία δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στον τρόπο που εξελίχθηκε το πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου παρατηρούμε το φαινόμενο.

Τελειώνω με μια σημειολογική παρατήρηση που αφορά το εξώφυλλο του βιβλίου (βλ.φωτογραφία). Το φλεγόμενο “Αττικόν¨την τραγική νύχτα της Κυριακής 12 Φεβρουαρίου 2012 ενώ στη Βουλή ψηφίζονταν το δεύτερο μνημόνιο, είναι μια εικόνα που έχει συμβολοποιηθεί  έντονα και δίνει κι έναν αναπόδραστο χαρακτήρα επικαιρότητας δηλαδή εφήμερου. Καθώς το βιβλίο θα καθιερωθεί ως μια σημαντική και καλογραμμένη ερμηνεία ενός σύνθετου φαινομένου και θα αναφερόμαστε σ’αυτό για πολύ καιρό είναι προφανές ότι αδικείται από το εξώφυλλό του αφού είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που υπαινίσσεται.

 

Δημοσιεύθηκε στην ελληνική έκδοση του Columbia Journalism Review

 

Ψήφος με τη γομολάστιχα.

Hatzo

Του Πάνου Τσιρίδη.

«Κυρίες και κύριοι, δεν είμαι ζητιάνος. Είμαι άνεργος, έχω οικογένεια και παιδιά. Κάνω μια έντιμη δουλειά. Πουλάω μολύβια με τη γομολάστιχα. Για το σχολείο και το γραφείο». Μπορεί και να πέρασαν δέκα χρόνια περίπου όταν πρωτοάκουσα στο μετρό τη συγκεκριμένη δημόσια δήλωση. Εντυπωσιάστηκα. Ήταν αυτό που λέμε «αλλαγή υποδείγματος»: Μέχρι τότε οι επαίτες δεν ντρέπονταν να δείχνουν ότι είναι επαίτες. Αναδείκνυαν το αντικείμενο της μειονεξίας τους. Ανατομική δυσμορφία, ατύχημα, πόλεμος, aids. H κατά πρόσωπο έκθεση αποτελούσε τη δύναμή τους.

Ο κύριος που δεν ήταν ζητιάνος μόλις είχε σκοτώσει τον Καρκαβίτσα. Είχε εισαγάγει στη χώρα ένα νέο pattern, το οποίο συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Αυτό που λέει το pattern είναι το εξής: «Δεν είμαι σαν τους άλλους που έχεις συνηθίσει. Τους επαγγελματίες. Δεν είμαι ένα απόμακρο ον, ένας άνθρωπος – ελέφαντας. Αντίθετα, σου μοιάζω. Είμαι σαν κι εσένα. Θα μπορούσα να είμαι εσύ».

Μια στιγμή: Πού έχουμε ξανακούσει, με τα ίδια χαρακτηριστικά, την ίδια εποχή, την ίδια αλλαγή υποδείγματος; «Δεν είμαι πολιτικός. Έχω μια κανονική δουλειά. Δεν είμαι μακριά από τα προβλήματα των πολιτών. Αφουγκράζομαι την κοινωνία». Δηλαδή: «Δεν είμαι σαν τους άλλους που έχεις συνηθίσει. Τους επαγγελματίες. Δεν είμαι ένα απόμακρο ον, ένας μεγαλόσχημος βουλευτής. Αντίθετα, σου μοιάζω. Είμαι σαν κι εσένα. Θα μπορούσα να είμαι εσύ».

Οι ρητορικές της πολιτικής και της επαιτείας μοιάζουν. Δεν είναι τυχαίο. Οι δύο μεγάλες βιομηχανίες του συναισθήματος στελεχώνονται από οξυδερκέστατους παρατηρητές της κοινωνίας και των αδιόρατων αλλαγών των ανθρώπινων διαθέσεων. Προσαρμόζουν το μήνυμά τους στις νέες συνθήκες με ταχύτητα που καμιά πολυεθνική δεν διαθέτει, χάρη στο πλήθος των ατόμων που λειτουργούν αυτόνομα στο πλαίσιό τους. Η μαγεία της αγοράς και του crowdsourcing. Κυρίως, βασίζονται στο μεγάλο κοινό τους χαρακτηριστικό: διατίθενται να εξαγοράσουν τους φόβους μας για το άγνωστο, με ένα νόμισμα ή με μία ψήφο.

Τι συνέβαινε πριν το «δεν είμαι πολιτικός»; Τα κόμματα επιδείκνυαν αυτό που ήταν: τεράστιοι μηχανισμοί εξασφάλισης της επιβίωσης. Η κατά πρόσωπο έκθεση αποτελούσε τη δύναμή τους. Όσο πιο ισχυρή η εικόνα, τόσο καλύτερο το αποτέλεσμα. Ίδια μέθοδος με την επαιτεία. Μετά ο κόσμος κουράστηκε. Υπέστη το «flooding» της συμπεριφοριστικής θεραπείας, την τεχνική που θεραπεύει τις φοβίες εκθέτοντας τον ασθενή στις οδυνηρές του μνήμες ώστε αυτός να ξαναφέρει στη συνείδησή του τα καταπιεσμένα συναισθήματα και να απαλλαγεί από αυτά.

Πόση εγκατάλειψη να δει κάποιος και να εντυπωσιαστεί πλέον, πόσες υποσχέσεις για καλύτερες μέρες να πιστέψει; Οι χειρότεροι μας φόβοι έρχονται σιγά-σιγά στην επιφάνεια, είναι δίπλα μας, αν όχι μέσα στα σπίτια μας. Τους ξεπερνάμε. Έτσι άνοιξε το έδαφος για την αλλαγή του υποδείγματος.

Δεν διαφωνώ με την «πολιτική χωρίς πολιτικούς». Είναι έξυπνο και περνάει το μήνυμα. Διαφωνώ με τους πολιτικούς χωρίς πολιτική. Γιατί, τελικά, όταν οι πολίτες καλούνται από τον κύριο-που-δεν-είναι-ζητιάνος να κάνουν μια μη-πολιτική επιλογή, ψηφίζουν τα αντίστοιχα προϊόντα του ελληνικού lifestyle: ηθοποιούς, δημοσιογράφους, αθλητές, τον Πρόδρομο, τον Τσάκα και τον Περικλή Στεργιανούδη. Ανθρώπους «σαν κι αυτούς».

Πράξη τρίτη. Έλλειμμα επιβίωσης, έλλειμμα αντιπροσώπευσης. Οι πύλες άνοιξαν. Σε κάθε στάση και ένας ζητιάνος. Τώρα, δίπλα στους επαγγελματίες επαίτες που κραδαίνουν πιστοποιητικά από νοσοκομεία και δίπλα στους μη-ζητιάνους που πουλάνε μαρκαδόρους είναι πραγματικά οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Κάθε δύο-τρεις μέρες και ένα νέο κόμμα. Με θολό πολιτικό στίγμα, χωρίς συγκροτημένο λόγο και βέβαια χωρίς καμία ελπίδα να ακουστούν πουθενά, σοβαροί και ψώνια, συγκροτημένοι και καριερίστες, μπουκάρουν στα βαγόνια του δημοσίου διαλόγου και ζητούν την υποστήριξή μας. Πόσους να σώσουμε από το υστέρημα της ψήφου μας;

Είδα πρόσφατα μια κυρία γύρω στα εξήντα. Γύρναγε στο τραίνο αμήχανα και πιο γρήγορα απ’ ό,τι πρέπει, έπρεπε να τη σταματήσεις για της δώσεις λεφτά, μίλαγε σχεδόν από μέσα της γιατί δεν το ‘χε δουλέψει και γιατί ακόμη ένιωθε την ντροπή του επιβάτη. Γιατί μέχρι πρόσφατα ήταν μία από αυτούς.

Οι ρητορικές της πολιτικής και της επαιτείας μοιάζουν. Σήμερα απευθύνονται σε απελπισμένους πολίτες που λίγα έχουν πλέον να χάσουν εκτός από τη ψυχή τους. Δεν έχουν πια μηνύματα, τι να πεις άλλωστε, απλώς ακούς ένα βόμβο ο οποίος δεν ξέρεις από πού ακριβώς προέρχεται. Όλα έχουν ειπωθεί. Δεν ξέρω πόσους θα προλάβουμε να σώσουμε σε αυτό το χαμό. Λίγο, όμως, να σκύψουμε να ακούσουμε, θα καταλάβουμε πού είναι η απάτη και πού η αξιοπρέπεια. Και πρέπει να δράσουμε αναλόγως.

Ο Πάνος Τσιρίδης είναι σύμβουλος επικοινωνίας.

Η γελοιογραφία του Δημήτρη Χαντζόπουλου δημοσιεύθηκε στις  28/02/2012 στα ΝΕΑ  

*Τα άρθρα που φιλοξενούνται στο μπλογκ εκφράζουν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους *

Η Ελλάδα του κ.Πρετεντέρη

 

Αν και ο κυνισμός είναι το ειδεχθέστερο είδος παλιανθρωπιάς δεν θέλω ν’ απαντήσω με ύβρεις στην παλιανθρωπιά, θα ήταν εύκολο και θα διευθετούσε το ζήτημα σε συναισθηματικό επίπεδο και δεν πρέπει να τη γλιτώσει τόσο εύκολα εξαιτίας των αισθημάτων που προκαλεί. Να δούμε λίγο τί λέει εδώ.

Στην πραγματικότητα υποστηρίζει ότι τα άτομα φεύγουν από χώρες όπως η Συρία από επιλογή, ότι θα μπορούσαν να καθίσουν στη βολή τους αλλά επιλέγουν να μπουν Γενάρη μήνα στο φουσκωτό αναζητώντας το ευ ζην γιατί το ζην σκέτο, δεν τους είναι αρκετό. Ας πούμε είναι ασφαλείς στη Δαμασκό αλλά θέλουν να πίνουν τον καφέ τους στο Da Cappo. Οπότε, σύμφωνα με την άποψη του κ.Πρετεντέρη, δεν είναι δυνατόν μια χώρα να χρεώνεται τα αποτελέσματα των επιλογών τους.Δεν θα πληρώνουμε εμείς την επιθυμία του κάθε Σύριου να πιεί καφέ στο Ντα Κάππο. Αυτό μας λέει.

Αυτή η άποψη δεν στέκει απ’όπου και να τη δει κανείς κι επειδή ο συγκεκριμένος σχολιαστής δεν είναι κάποιος χαζός άνθρωπος την αναπαράγει εκ του πονηρού. Στην πραγματικότητα προπαγανδίζει ένα καθεστώς στο οποίο η Ελλάδα έχει μόνο προνόμια, έχει μόνο δικαιώματα όπως το να ζητάει βοήθεια όταν οι πολίτες της τα έχουν κάνει μαντάρα στα οικονομικά τους και δεν δεσμεύεται από καμία υποχρέωση του Διεθνούς Δικαίου και των Συνθηκών. Επίσης εξαιρείται της λογοδοσίας απέναντι σε διεθνείς οργανισμούς όπως η Διεθνής Αμνηστία.

Συγγνώμη αλλά αυτός είναι σκληροπυρηνικά φασιστικός λόγος που δυσκολεύομαι να τον ξεχωρίσω από αυτό των αντικοινοβουλευτικών και των ψεκασμένων. Όταν μάλιστα εκφέρεται από κάποιον που λέει ότι είναι υπέρ των μεταρρυθμίσεων συμπεραίνω ότι ο κ.Πρετεντέρης και οι θιασώτες του επιθυμούν ένα είδος ολιγαρχίας, μια δημοκρατία τύπου Πούτιν. Δεν πρέπει να το επιτρέψουμε.

Και ο Τσίμας κάνει λάθος. Η Ελλάδα ΕΧΕΙ κακό «ποινικό μητρώο» όπως λέει ο ίδιος. Κι αυτό ο Επίτροπος το δηλώνει ρητά στην ανακοίνωση. «Επειδή υπάρχουν καταγγελίες ότι είναι πρακτική σας η παράνομη μαζική επαναπροώθηση ζητούμε να διεξάγετε ανεξάρτητη ερευνα».

Πριν αισθανθούμε οργή (δικαίως) πρέπει να σταθούμε κριτικά απέναντι σ’αυτά τα άτομα και τις απόψεις του. Η Ελλάδα του Πρετεντέρη μου είναι το ίδιο τρομακτική με την Ελλάδα του Τσάβες με την οποία με απειλεί κάθε βράδυ.

Το ανεβασα πριν από λίγο στη σελίδα μου στο Facebook

Για το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ

Σύμφωνα με το παλιό πολιτικό ανέκδοτο, εκλογές και συνέδριο κάνεις μόνον όταν ξέρεις ότι θα τα κερδίσεις. Με την έννοια αυτή, λοιπόν, και με βάση τα αποτελέσματα για την εκλογή της νέας Κεντρικής Επιτροπής του ενιαίου πλέον ΣΥΡΙΖΑ, ο προσδιορισμός του νικητή και του ηττημένου δεν είναι τόσο απλός με τα κριτήρια της ψυχρής πολιτικής ανάλυσης για πολλούς λόγους. Καταρχάς, το ριζοσπαστικό μπλοκ του ΣΥΡΙΖΑ που εκπροσωπείται από την «Αριστερή Πλατφόρμα» του Παναγιώτη Λαφαζάνη βγήκε από το συνέδριο συμπαγές και ενισχυμένο, προκαλώντας, σύμφωνα με ορισμένους, δυσάρεστη έκπληξη στην ηγετική ομάδα του κόμματος. Την ίδια στιγμή, και από την άλλη πλευρά, είναι αναμφισβήτητο πως η στρατηγική επιλογή του Αλέξη Τσίπρα να μετατοπίσει τη ρητορική του κόμματος προς το Κέντρο φαίνεται, και είναι, η μόνη λογική προκειμένου το κόμμα να διεκδικήσει την εξουσία με αξιώσεις.

Πώς, όμως, αυτό θα γίνει εφικτό, με τη ριζοσπαστική πλευρά του κόμματος να κατέχει υπολογίσιμη δύναμη μετά και την εκλογική εξαφάνιση των προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ στελεχών στις εκλογές της Κ.Ε.; Στο επίπεδο της πολιτικής ρητορικής η στροφή ξεκίνησε από τις περσινές εκλογές ακόμα, όταν μετά τον πετυχημένο ελιγμό της Νέας Δημοκρατίας το δίλημμα μετατοπίστηκε από το «μνημόνιο/αντιμνημόνιο» στο «εντός/εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης» και σ’ ένα ευρύτερο δίλημμα μεταξύ Δεξιάς/Αριστεράς, με τη Νέα Δημοκρατία να κερδίζει όχι μόνο ψήφους αλλά και τα σημεία εξαιτίας της προεκλογικής διγλωσσίας αρκετών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Στην πορεία και όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε και από τα δημοσκοπικά ευρήματα, φαίνεται ότι και η κοινωνία δείχνει να έχει ξεπεράσει το δίλημμα «μνημόνιο/αντιμνημόνιο», το οποίο παράγει μια ρητορική χρήσιμη κυρίως στις δυνάμεις που αμφισβητούν την κοινοβουλευτική δημοκρατία (κάποιες από αυτές και εντός του ΣΥΡΙΖΑ).

Σήμερα, έναν χρόνο μετά, και επιχειρώντας να αξιοποιήσει τις δύο σοβαρές κυβερνητικές κρίσεις που προκάλεσαν ο αντιρατσιστικός νόμος και η ΕΡΤ, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί τη στροφή στο Κέντρο, επενδύοντας στο δίλημμα Δεξιά/Αριστερά, ακολουθώντας όμως μια πιο «παραδοσιακή συνταγή»: αυτή του Ανδρέα Παπανδρέου της δεκαετίας του ’80.   Ένα από τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι το αν υπάρχει στο Κέντρο ακροατήριο πρόθυμο ν’ ακούσει τον πολιτικό λόγο και το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, όπως διαμορφώθηκαν μετά το συνέδριο. Θα έλεγε κανείς ότι η αποχώρηση της ΔΗΜ.ΑΡ. από την κυβέρνηση και η παραμονή του ΠΑΣΟΚ σε αυτή δημιουργεί ένα δυνητικό ακροατήριο. Δεν θα συμφωνήσω. Μια τέτοια ερμηνεία θα είχε το «αντιδεξιό μένος» ως μόνο κοινό τόπο συμφωνίας του ετερόκλητου χώρου της κεντροαριστεράς, που περιλαμβάνει πλέον αρκετούς φιλελεύθερους, και κάτι τέτοιο δεν ισχύει σε καμία περίπτωση, δεδομένου ότι οι κεντρώοι αισθάνονται πιεσμένοι εξίσου από τη δεξιά και τη ριζοσπαστική αριστερά, ειδικά όπως εκφράζεται από την ομάδα Λαφαζάνη.

Επιπροσθέτως, ακόμα κι αν το Κέντρο δείχνει να έχει χάσει πολύτιμο χρόνο στη δημιουργία ενός βιώσιμου κομματικού πόλου, στην πραγματικότητα όλο αυτό το χρονικό διάστημα ζυμώθηκε αρκετά ώστε να εκφράζει έναν ενιαίο λόγο που πλέον τοποθετεί το μεταρρυθμιστικό αίτημα πολύ ευρύτερα και στη μετά το μνημόνιο εποχή. Την ίδια στιγμή, το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ δεν έδωσε καθόλου ικανοποιητική, για τους κεντρώους, απάντηση. Ο αντιδεξιός λόγος του Αλέξη Τσίπρα, λοιπόν, σε συνδυασμό με τις θέσεις της δυνατής εντός του ΣΥΡΙΖΑ «Αριστερής Πλατφόρμας» του Παναγιώτη Λαφαζάνη, δεν βλέπω πώς μπορεί να γίνει ελκυστικός στο κεντρώο ακροατήριο στο οποίο στοχεύει.

Τα αποτελέσματα για την εκλογή των μελών της Κεντρικής Επιτροπής, λοιπόν, κάνουν τα πράγματα αρκετά περίπλοκα για τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ. Η μετά το συνέδριο ημέρα βρίσκει τον Αλέξη Τσίπρα να χρειάζεται κυρίως ένα πράγμα: χρόνο. Άραγε, ο χρόνος που χρειάζεται ο Αλέξης Τσίπρας για να ισορροπήσει μέσα στον ενιαίο αλλά ακόμα διακριτά ριζοσπαστικό ΣΥΡΙΖΑ να είναι αυτός που χρειάζονται οι δυνάμεις του κέντρου ώστε να καταφέρουν να δημιουργήσουν τον κεντρώο και με αξιώσεις εκλογικής επιτυχίας πόλο; Αυτό είναι κάτι που θα ξεκαθαριστεί, και μάλιστα σύντομα.

Δημοσιεύθηκε στη LIFO