Η ατζέντα μπορεί να κρίνει τις εσωκομματικές στη Νέα Δημοκρατία.

Οι εσωκομματικές εκλογές στη Νέα Δημοκρατία πέρα από την αυτονόητη πολιτική τους σημασία παρουσιάζουν ένα εξαιρετικά μεγάλο ενδιαφέρον για τον ευρύτερο χώρο των πολιτικών επιστημών και της στρατηγικής πολιτικών μηνυμάτων, δεδομένου ότι η Νέα Δημοκρατία έχει απήχηση σ’ενα ευρύτατο φάσμα ψηφοφόρων, από τη Δεξιά μέχρι τη Κεντροδεξιά και τους Φιλελεύθερους αλλά κι ένα ευρύτερο τμήμα του εκσυγχρονιστικού/μεταρρυθμιστικού χώρου όπως αυτός έχει κατά καιρούς εκφραστεί από κόμματα όπως η Δράση ή το Ποτάμι.
Την ίδια στιγμή η ανοιχτή διαδικασία με την οποία θα διεξαχθούν οι εσωκομματικές εκλογές της Κυριακής, συνεπάγεται περιορισμούς στην δημοσκοπική πρόβλεψη του αποτελέσματος δεδομένου ότι δεν είναι σαφές το εκλογικό σώμα που θα προσέλθει, τελικώς, στην κάλπη.

Οι έρευνες που διεξήγαγε η εταιρεία Prorata έχουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί επιχειρούν να υπερβούν τους περιορισμούς, διερευνώντας τα κριτήρια βάσει των οποίων το εκλογικό σώμα θα επιλέξει πρόεδρο για τη Νέα Δημοκρατία. Σημειώνουμε ότι σε όλες έρευνες της Prorata δεν δηλώνεται πρόθεση ψήφου ακριβώς γιατί με το εκλογικό σώμα σε ρόλο «αγνώστου Χ» αυτή η πρόβλεψη θα ήταν προβληματική.
Η τελευταία έρευνα πολιτικών στάσεων και ανίχνευσης εντυπώσεων που διεξήγαγε η Prorata στο διάστημα 17-17 Νοεμβρίου μας δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία για τις εκλογές της Κυριακής.

Τα κριτήρια για την επιλογή προέδρου τέθηκαν από τους ίδιους τους υποψηφίους κατά τον προεκλογικό τους αγώνα καθώς ο καθένας από αυτούς ταυτίστηκε με το ζητούμενο που έθεσε ως διακύβευμα για το κόμμα του.

Τέσσερα είναι τα σημαντικότερα κριτήρια επιλογής του επόμενου αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας:
1. Να κρατήσει το κόμμα ενωμένο.
2. Να νικήσει τον Αλέξη Τσίπρα στην επόμενη εκλογική μάχη.
3. Να εφαρμόσει αποτελεσματικότερα τις Μεταρρυθμίσεις.
4. Να ανανεώσει το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.

Στην έρευνα προφανώς μετράμε τόσο ανάμεσα σε αυτούς που δηλώνουν ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας όσο και το γενικό πληθυσμό. Επιπροσθέτως, σε όλες τις τελευταίες πολιτικές έρευνες κοινής γνώμης που διεξήγαγε και διεξάγει η Prorata αναζητούνται απαντήσεις και βάσει της ψήφου στο δημοψήφισμα του Ιουλίου γιατί αντιμετωπίζουμε το δημοψήφισμα ως ένα μείζον πολιτικό γεγονός που η σε βάθος χρόνου διερεύνησή του προσκομίζει πάντα ενδιαφέροντα στοιχεία είτε ως επαλήθευση είτε ως συμπληρωματική ερμηνεία πολιτικών/εκλογικών συμπεριφορών.

Από την έρευνα προκύπτει σαφώς ότι στους ψηφόρους της Νέας Δημοκρατίας τον Σεπτέμβριο του 2015 το κριτήριο της Ενότητας αναδεικνύεται ως το σημαντικότερο κριτήριο επιλογή και σε ποσοστό που ανέρχεται στο 37% του δείγματος. Στον γενικό πληθυσμό, αντιθέτως, ως σημαντικότερο κριτήριο επιλογής προέδρου είναι η ικανότητά του ν’ανανεώσει το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας (38% του δείγματος).

Πιο συγκεκριμένα. Ανάμεσα στους ψηφοφόρους της ΝΔ που δηλώνουν ότι είναι βέβαιο ότι θα προσέλθουν στην κάλπη πρώτο κριτήριο αναδεικνύεται αυτό της Ενότητας (38%), δεύτερο αυτό της Ανανέωσης (27%) και τρίτο, με σχετικά μικρή διαφορά, τη δυνατότητα του νέου προέδρου να εφαρμόσει Μεταρρυθμίσεις (24%).

Στη λεγόμενη παράσταση νίκης, στον γενικό πληθυσμό, ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης υποδεικνύεται σε ποσοστό 59% ως ο νικητής των εκλογών.

Συνοπτικά, τα ευρήματα αυτά μας δίνουν αρκετά στοιχεία για τα κριτήρια που δείχνουν ότι θα επικρατήσουν για την επιλογή αρχηγού και σε συνδυασμό με το κάθε πρόσωπο που τα εκφράζει οδηγούμαστε σε κάποια συμπεράσματα.

Όπως έγραψα από την αρχή, σημαντικός παράγοντας θα είναι η προσέλευση στην κάλπη. Σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές αυτό το στοιχείο μπορεί να ειναι και το καθοριστικό για την εκλογή.
Ετέθη λοιπόν ως ερώτηση διασταύρωσης, αν ο ερωτώμενος είχε συμμετάσχει στις εσωκομματικές εκλογές του 2009 και πόσο πιθανό είναι να συμμετάσχει στις εκλογές της Κυριακές.
Από αυτούς που είχαν ψηφίσει για αρχηγό το 2009 ένα 43% δηλώνει μετά βεβαιότητος ότι θα συμμετάσχει στις εκλογές της Κυριακής.

Τα ποιοτικά στοιχεία της έρευνας, βάσει της ατζέντας των κοινωνικών αιτημάτων μας δείχνουν ότι ανάμεσα στους τέσσερις υποψηφίους φαίνεται ότι διαμορφώνονται δυο θεματικές υποψηφιότητες, πάντα σύμφωνα με το πώς το αντιλαμβάνεται η κοινή γνώμη τα δεδομένα. Έχουμε μια μεταρρυθμιστική/προοδευτική θεματική υποψηφιοτητα που συνδέεται με το πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη και μια ακραιφνώς συντηρητική που συνδέεται με τον Απόστολο Τζιτζικώστα.

Σε όλους τους δείκτες απήχησης, άσχετα αν οι ερωτώμενοι ψήφισαν ή όχι ΝΔ και ασχέτως αν σκοπεύουν να προσέλθουν την Κυριακή στην κάλπη, πρώτος αναδεικνύεται ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πως στην ίδια ερώτηση, ως προς την ψήφο στο δημοψήφισμα του Ιουλίου, ο Απόστολος Τζιτζικώστας αναδεικνύεται δεύτερος ανάμεσα στους οπαδούς του ΟΧΙ (στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ) ενώ στους ψηφοφόρους του ΝΑΙ δεύτερος αναδεικνύεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Απ’όλα τα παραπάνω εκτιμώ ότι σ’ενα μεγάλο ποσοστό, η δεύτερη θέση θα κριθεί απο την ικανότητα που θα έχουν οι υποψήφιοι να προσεκλύσουν το σώμα στις κάλπες, ένα εγχείρημα που διευκολύνεται, τουλάχιστον σε επίπεδο στρατηγικών επιλογών στην επικοινωνία από τις θεματικές υποψηφιότητες. Οι μεταρρυθμιστές/εκσυγχρονιστές και οι φιλελεύθεροι που θα αποφασίσουν να προσέλθουν στις κάλπες ή αντίστοιχα οι υπερσυντηρητικοί/αντιευρωπαϊστές μπορεί να κρίνουν τα αποτελέσματα του α’γύρου.
Μένει να δούμε, αν οι υποψήφιοι θα «παίξουν», έστω και την τελευταία στιγμή, σ’αυτό το πεδίο.

Δημοσιεύθηκε στο Liberal.gr στις 20/11/2015

Advertisements

Όταν η είδηση θάβεται πριν από τα πτώματα

Σε εισήγησή του σε ημερίδα του Πανεπιστημίου Αθηνών το 2010, ο Πάσχος Μανδραβέλης έκανε μια εξαιρετικά σημαντική επισήμανση: τα ελληνικά ΜΜΕ «έχασαν» τη μεγαλύτερη και σοβαρότερη είδηση της Μεταπολίτευσης που δεν ήταν άλλη από την πληροφορία ότι η χώρα όδευε ολοταχώς σε χρεοκοπία. Μια όχι τόσο ωραία πρωία, οι πολίτες πληροφορήθηκαν έκπληκτοι ότι η χώρα βυθιζόταν, ένα γεγονός για το οποίο κανείς δεν τους είχε προειδοποιήσει έγκαιρα. Αυτή την αλήθεια δεν την είχαν αποκρύψει μόνον οι κυβερνήσεις για τις οποίες θα μπορούσε κανείς να πει ότι είχαν όφελος από το να την αποκρύψουν αλλά και ο Τύπος που ο ρόλος του είναι να αποκαλύπτει τις αλήθειες που κάθε κυβέρνηση επιχειρεί να αποκρύψει.

Οι αιτίες αυτης της «ελληνικής ιδιαιτερότητας» (όπως θέλουμε να βαφτίζουμε τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας) στη λειτουργία του Τύπου είναι λίγο πολύ γνωστές κι αναλύονται επαρκώς και με παραδείγματα στην εισήγηση του Μανδραβέλη που συνέδεσα πιο πάνω.

Θα περίμενε κανείς ωστόσο ότι η κρίση θα άλλαζε αυτή την κατάσταση. Μάταια. Την εβδομάδα που μας πέρασε ξαναζήσαμε αυτή τη δυσλειτουργία και μάλιστα στον υπερθετικό βαθμό. Από τη μία, στην επικαιρότητα κυριάρχησε το θέμα της απόδρασης του Χριστόδουλου Ξηρού με το βίντεο που έδωσε ο ίδιος στη δημοσιότητα. Από την άλλη, αν ο Επίτροπος Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης και η Διεθνής Αμνηστία αρχικά και η Αξιωματική Αντιπολίτευση στη συνέχεια δεν είχαν «ανεβάσει» το θέμα του τραγικού ναυαγίου στο Φαρμακονήσι, η είδηση μάλλον θα είχε περάσει στα ψιλά· το εντυπωσιακό όμως είναι ότι κι αφού ξέσπασε το ζήτημα και ο Υπουργος Ναυτιλίας έκανε τις γνωστές, ανεκδιήγητες δηλώσεις του, κάποια Μέσα συνέχισαν να υποβαθμίζουν προκλητικά το σοβαρό θέμα που δημιουργήθηκε.

Ο Τύπος δεν αρκέστηκε στον σχολιασμό του διαγγέλματος του τρομοκράτη. Οι πανελίστες δημοσιογράφοι και οι σχολιαστές, βρέθηκαν να διαλέγονται στην κυριολεξία με τις δηλώσεις των καταδικασμένων τρομοκρατών που ακολούθησαν αφού πρώτα τους έδωσαν κεντρική θέση στον δημόσιο διάλογο. Μέσα σ΄αυτό κλίμα δημοσίου διαλόγου και με όρους που ξεπερνούν κάθε έννοια δεοντολογίας (κανείς δεν αναρωτήθηκε υπό ποίες συνθήκες οι κρατούμενοι έκαναν τις όποιες δηλώσεις τους) η υστερική σύγκρουση κυβέρνησης-αντιπολίτευσης φαντάζει ως το μόνο λογικό επακόλουθο. Δημιουργείται μάλιστα αυτό που στην επικοινωνία ονομάζεται «ελεγχόμενο πεδίο σύγκρουσης», όπου οι αντιδράσεις και των δύο πλευρών είναι απολύτως προβλέψιμες και ως τέτοιες δεν προκαλούν καμία πολιτικη εξέλιξη και καμία σοβαρή βλάβη στον αντίπαλο. Αντιθέτως λειτουργούν μάλλον συσπειρωτικά και στα δυο στρατόπεδα. Μια αέναη τελετουργία από την οποία το μόνο τραγικό θύμα είναι η πολιτική ως δημοκρατική διαδικασία.

Την ίδια στιγμή η απόπειρα υποβάθμισης των γεγονότων στο Φαρμακονήσι και όσων επακολούθησαν αφήνουν άπλετο χώρο στη δημιουργία εντυπώσεων, συνομωσιών, εμπέδωσης του αισθήματος της καχυποψίας στους πολίτες απέναντι στους πυλώνες της Δημοκρατίας. Σε οποιαδήποτε άλλη δυτική χώρα, ο Τύπος θα πίεζε την κυβέρνηση μέσω των κύριων άρθρων των εφημερίδων να διατάξει ανεξάρτητη έρευνα για τα γεγονότα και την πίεση αυτή θα την ασκούσαν κατεξοχήν οι εφημερίδες της συμπολίτευσης αφού μια ανεξάρτητη έρευνα θα λειτουργούσε προς όφελος της ίδιας της κυβέρνησης.

Σ’αυτή την… εξίσωση, υπάρχει κι ένας τρίτος παράγοντας που θα μπορούσε να αποδειχτεί ο σημαντικότερος όλων και να λειτουργήσει ως καταλύτης των εξελίξεων στον χώρο του Τύπου και δεν είναι άλλος από τα social media. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σε κάθε κοινωνία οι χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, του twitter και του facebook αναπαράγουν την κουλτούρα Τύπου που επικρατεί, αυτό συμβαίνει σ’ όλες τις χώρες. Μια πραγματική «δημοσιογραφία των πολιτών» όμως που θα έθετε ερωτήσεις, θ’ αναζητούσε απαντήσεις και θα επιχειρούσε να ορίσει την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου, θα λειτουργούσε ασφυκτικά προς τα παλαιά μοντέλα και τους φορείς της παθογένειας. Ακόμα κι αν οι χρήστες των social media μειοψηφούν έναντι των τηλεθεατών μπορούν να λειτουργησουν ως φυσικοί πομποί πληροφόρησης στα δικά τους κοινωνικά περιβάλλοντα εκτός του ψηφιακού κόσμου.

Για να το πω απλά, τα ΜΜΕ λειτουργούν μ’ αυτό τον τρόπο γιατί μπορούν. Κανείς δεν αμφισβητεί έμπρακτα τη λειτουργία τους αναδεικνύοντας εναλλακτικούς, αποτελεσματικότερους και εγκυρότερους τρόπους παραγωγής ειδήσεων. Αποκρύπτουν ειδήσεις, γιατί μπορούν. Αναδεικνύουν περιφερειακά ζητήματα σε μείζονα, γιατί μπορούν να το κάνουν χωρίς έμπρακτο ανταγωνισμό.

Θα διακινδυνεύσω μια πρόβλεψη: το επόμενο διάστημα και με την συγκυρία που θα δημιουργήσουν κυρίως οι αυτοδιοικητικές εκλογές, θα δούμε τις πρώτες συστηματικές απόπειρες της κοινωνίας των πολιτών να αναλάβει μέρος της ενημέρωσης και της παραγωγής ειδήσεων στα χέρια της. Κι όταν θα συμβεί αυτό, μετά τίποτα δεν θα είναι πλέον το ίδιο.

Δημοσιεύθηκε στο Protagon στις 26/01/2014

Cannes Lions, Day 1: Storytelling

 

Περιμένοντας τις short lists για τα φετινά βραβεία στις κατηγορίες που προσωπικά με ενδιαφέρουν (PR, Media, Brand Design, Branded Content and Entertainment και βέβαια Cyber), στις περισσότερες κατηγορίες ανακοινώνονται μέσα στην ημέρα, μερικά σχόλια για τη χθεσινή, πρώτη ημέρα του Φεστιβάλ, με αφορμή την εκδήλωση που διοργάνωσε το twitter με θέμα το #storytelling.

Καταρχάς να επισημάνω πως, αν εξαιρέσεις τα εξειδικευμένα workshops, οι περισσότερες ανοιχτές εκδηλώσεις του φεστιβάλ επικοινωνίας των Καννών, γνωστό ως Cannes Lions, είναι το επίσημο pitching όλου του industry της επικοινωνίας προς τα μήντια, το ευρύ κοινό και τους δυνητικούς πελάτες. Εκθέτοντας προβληματισμούς και συζητώντας case studies και πετυχημένες καμπάνιες, ο κόσμος την επικοινωνίας, δείχνει στην κοινή γνώμη τη δύναμή του και τα οφέλη που έχουν άτομα και εταιρείες εφόσον επιλέξουν να πληρώσουν τις συγκεκριμένες υπηρεσίες.

Έτσι λοιπόν χθες, το τουίτερ διοργάνωσε μια ανοιχτή συζήτηση με εντυπωσιακά ονόματα ως ομιλητές, για να δείξει τη δύναμή του ως διαφημιστικό εργαλείο. Η εκδήλωση επιγραφόταν ως #live storytelling Καμπάνιες της κοινωνίας των πολιτών, Επιχειρήσεις, Θέαμα. Αυτά ήταν τα τρία πεδία όπου οι ομιλητές κατέθεσαν εμπειρίες και αφηγήθηκαν success stories με τη χρήση του τουίτερ.

#Storytelling

Τι είναι το storytelling; Όπως είπε χιουμοριστικά στην ομιλία του και ο Ignacio Oreamuno, Πρόεδρος του Art Director Club ( @IHAVEANIDEA , το ακάουντ του στο τουίτερ) πολύ συχνά οι επαγγελματίες της επικοινωνίας χρησιμοποιούν όρους που λειτουργούν σαν αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Ακούγονται σημαντικοί αλλά η  σημασία τους δεν είναι εύκολο να οριστεί.

Το storytelling, δηλαδή η αφήγηση μιας ιστορίας, είναι όσο παλιά όσο και οι ανθρώπινες κοινωνίες, ακόμα και στις προϊστορικές κοινωνίες. Οι βραχογραφίες με τις σκηνές κυνηγιού στις σπηλιές στο Λασκώ της Γαλλίας είναι ένα κλασικό παράδειγμα αφήγησης με δημιουργικά μεσα μιας ιστορίας! Το ερώτημα λοιπόν είναι πώς χρησιμοποιείς τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης στις οποίες έχουν συγκεντρωθεί εκατομμύρια κόσμου για να πεις τη δική σου ιστορία και μάλιστα με τρόπο τέτοιο ώστε να βάλεις τους χρήστες αυτών των εργαλείων να συμμετάσχουν, να διαδώσουν το μήνυμα, δηλαδή να ταυτιστούν σ’ενα βαθμό με το brand σου ή το μήνυμα που θέλεις να διαδόσεις.

Το επεσήμαναν οι δύο ομιλητές, που προέρχονταν από την αγορά: Σήμερα, τα μεγάλα brands έχουν ξεφύγει από τον έλεγχο αυτών που τα διαχειρίζονται και ανήκουν λίγο-πολύ στο κοινό τους. Έτσι είναι εξαιρετικά δύσκολο όχι τόσο το να σχεδιάσεις όσο το να προβλέψεις πόσο επιτυχία θα έχει στη διάδοσή της μια επικοινωνιακή δράση. Ας μην κοροιδευόμαστε: απαιτείται χρήμα και μάλιστα πολύ χρήμα. Όλες οι μεγάλες καμπάνιες που μας έχουν εντυπωσιάσει έχουν σχεδιαστεί από δημιουργικά μυαλά η ενοικίαση των οποίων είναι πολύ ακριβή και οι δημιουργικές τους εφαρμογές έχουν κοστίσει αρκετά. Δείτε το παράδειγμα της American Express που παρουσίασε χθες η Leslie Berland (@leslieberland ) επικεφαλής της ομάδας ανάπτυξης ψηφιακών εργαλείων της American Express. Εντυπωσιακό αλλά είναι καταφανές ότι αυτά δεν είναι για όλους. Όσοι έχουν να διαθέσουν λίγα χρήματα πρέπει να αναζητήσουν άτομα που έχουν χαρτογραφήσει καλά το διαδίκτυο, είναι πολύ ενεργά και επιδραστικά τα ιδια στους χώρους κοινωνικής δικτύωσης και βεβαια να εμπλακούν ενεργά και οι ίδιοι.

Storytelling στην Ελλάδα.

Το τουίτερ είναι ένα πολύ δύσκολο εργαλείο, ιδανικό κατ’εμέ περισσότερο για τους δημοσιογράφους και τα ΜΜΕ παρά για τα brands. Παρακαλώ, να μην παρεξηγηθώ. ΔΕΝ λέω ότι δεν είναι εργαλείο μάρκετινγκ το τουίτερ, αυτό έλειπε! Εξόσον γνωρίζω καμία εταιρεία δεν έχει μέχρι σήμερα καταφέρει ν’αφηγηθεί μια ιστορία που να κάνει πάταγο. Αντιθέτως, το τουίτερ έχει χρησιμοποιηθεί κατ’εξοχήν ως εργαλείο για την αυτοοργάνωση και τη διασπορά μηνυμάτων σε πολιτικό επίπεδο και έχουν γίνει σοβαρές απόπειρες να λειτουργήσει ως εργαλείο για τη δημοσιογραφία των πολιτών με το πασίγνωστο, πλέον, hashtag #rbnews. Το storytelling στην χώρα μας, έχει ακόμα δρόμο για πολλούς λόγους. Καταρχάς ακόμα και σήμερα οι διαφημιζόμενοι δεν έχουν πειστεί να επενδύσουν στα social media σοβαρά, χρήματα και ανθρώπινους πόρους. Αυτό βέβαια δεν είναι παράδοξο αν σκεφτούμε ότι ακόμα και σήμερα, οι περισσότεροι επαγγελματίες της επικοινωνίας δεν είναι ενεργά παρόντες στους χώρους κοινωνικής δικτύωσης! Κατά δεύτερον, το storytelling, η ικανότητα δηλαδή να αφηγηθείς μια ιστορία με τρόπο που να μυθολογεί τη μάρκα σου και εμπνέει τους χρήστες να ταυτιστούν με αυτή, δεν είναι τόσο συνηθισμένη. Στην Ελλάδα τη διαθέτουν ελάχιστοι γιατί ελάχιστοι μελετούν και εξασκούνται στο γράψιμο, ας πούμε και κάποιες αλήθειες για τον κλάδο.

Τι ξεχώρισα από το εβέντ.

Φυσικά την ομιλία του Sir Patrick Stewart ( @SirPatStew ). Ένας μεγάλος σε ηλικία, πασίγνωστος ηθοποιός, γνωστός από το ποπ σήριαλ Star Trek με πολύ μεγάλη καρριέρα στο σανίδι και τους σεξπηρικούς ρόλους, με ενθάρρυνση των συμβούλων επικοινωνίας του, βγήκε στο τουίτερ για να επικοινωνήσει μια δύσκολη θεατρική παράσταση που ανέβασε με τον Ian McKellen. Σ’αυτή την περίπτωση, η δημιουργικότητα και το πνεύμα υπερίσχυσαν του budget. O τρόπος που ένας καλλιτέχνης χρησιμοποίησε μια μαζική πλατφόρμα όπου το κοινό στη συντριπτική του πλειοψηφία είναι νεανικό για να προάγει ένα μεγάλο αλλά δύσκολο και κλασικό θέαμα, κατά τη γνώμη μου θα μείνει στην ιστορία της επικοινωνίας. Αξίζει να δείτε το βίντεο από τη χθεσινή εκδήλωση μόνο και μόνο για να ακούσετε τον Sir Patrick Stewart.

 

Η Ελλάδα του κ.Πρετεντέρη

 

Αν και ο κυνισμός είναι το ειδεχθέστερο είδος παλιανθρωπιάς δεν θέλω ν’ απαντήσω με ύβρεις στην παλιανθρωπιά, θα ήταν εύκολο και θα διευθετούσε το ζήτημα σε συναισθηματικό επίπεδο και δεν πρέπει να τη γλιτώσει τόσο εύκολα εξαιτίας των αισθημάτων που προκαλεί. Να δούμε λίγο τί λέει εδώ.

Στην πραγματικότητα υποστηρίζει ότι τα άτομα φεύγουν από χώρες όπως η Συρία από επιλογή, ότι θα μπορούσαν να καθίσουν στη βολή τους αλλά επιλέγουν να μπουν Γενάρη μήνα στο φουσκωτό αναζητώντας το ευ ζην γιατί το ζην σκέτο, δεν τους είναι αρκετό. Ας πούμε είναι ασφαλείς στη Δαμασκό αλλά θέλουν να πίνουν τον καφέ τους στο Da Cappo. Οπότε, σύμφωνα με την άποψη του κ.Πρετεντέρη, δεν είναι δυνατόν μια χώρα να χρεώνεται τα αποτελέσματα των επιλογών τους.Δεν θα πληρώνουμε εμείς την επιθυμία του κάθε Σύριου να πιεί καφέ στο Ντα Κάππο. Αυτό μας λέει.

Αυτή η άποψη δεν στέκει απ’όπου και να τη δει κανείς κι επειδή ο συγκεκριμένος σχολιαστής δεν είναι κάποιος χαζός άνθρωπος την αναπαράγει εκ του πονηρού. Στην πραγματικότητα προπαγανδίζει ένα καθεστώς στο οποίο η Ελλάδα έχει μόνο προνόμια, έχει μόνο δικαιώματα όπως το να ζητάει βοήθεια όταν οι πολίτες της τα έχουν κάνει μαντάρα στα οικονομικά τους και δεν δεσμεύεται από καμία υποχρέωση του Διεθνούς Δικαίου και των Συνθηκών. Επίσης εξαιρείται της λογοδοσίας απέναντι σε διεθνείς οργανισμούς όπως η Διεθνής Αμνηστία.

Συγγνώμη αλλά αυτός είναι σκληροπυρηνικά φασιστικός λόγος που δυσκολεύομαι να τον ξεχωρίσω από αυτό των αντικοινοβουλευτικών και των ψεκασμένων. Όταν μάλιστα εκφέρεται από κάποιον που λέει ότι είναι υπέρ των μεταρρυθμίσεων συμπεραίνω ότι ο κ.Πρετεντέρης και οι θιασώτες του επιθυμούν ένα είδος ολιγαρχίας, μια δημοκρατία τύπου Πούτιν. Δεν πρέπει να το επιτρέψουμε.

Και ο Τσίμας κάνει λάθος. Η Ελλάδα ΕΧΕΙ κακό «ποινικό μητρώο» όπως λέει ο ίδιος. Κι αυτό ο Επίτροπος το δηλώνει ρητά στην ανακοίνωση. «Επειδή υπάρχουν καταγγελίες ότι είναι πρακτική σας η παράνομη μαζική επαναπροώθηση ζητούμε να διεξάγετε ανεξάρτητη ερευνα».

Πριν αισθανθούμε οργή (δικαίως) πρέπει να σταθούμε κριτικά απέναντι σ’αυτά τα άτομα και τις απόψεις του. Η Ελλάδα του Πρετεντέρη μου είναι το ίδιο τρομακτική με την Ελλάδα του Τσάβες με την οποία με απειλεί κάθε βράδυ.

Το ανεβασα πριν από λίγο στη σελίδα μου στο Facebook

Για το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ

Σύμφωνα με το παλιό πολιτικό ανέκδοτο, εκλογές και συνέδριο κάνεις μόνον όταν ξέρεις ότι θα τα κερδίσεις. Με την έννοια αυτή, λοιπόν, και με βάση τα αποτελέσματα για την εκλογή της νέας Κεντρικής Επιτροπής του ενιαίου πλέον ΣΥΡΙΖΑ, ο προσδιορισμός του νικητή και του ηττημένου δεν είναι τόσο απλός με τα κριτήρια της ψυχρής πολιτικής ανάλυσης για πολλούς λόγους. Καταρχάς, το ριζοσπαστικό μπλοκ του ΣΥΡΙΖΑ που εκπροσωπείται από την «Αριστερή Πλατφόρμα» του Παναγιώτη Λαφαζάνη βγήκε από το συνέδριο συμπαγές και ενισχυμένο, προκαλώντας, σύμφωνα με ορισμένους, δυσάρεστη έκπληξη στην ηγετική ομάδα του κόμματος. Την ίδια στιγμή, και από την άλλη πλευρά, είναι αναμφισβήτητο πως η στρατηγική επιλογή του Αλέξη Τσίπρα να μετατοπίσει τη ρητορική του κόμματος προς το Κέντρο φαίνεται, και είναι, η μόνη λογική προκειμένου το κόμμα να διεκδικήσει την εξουσία με αξιώσεις.

Πώς, όμως, αυτό θα γίνει εφικτό, με τη ριζοσπαστική πλευρά του κόμματος να κατέχει υπολογίσιμη δύναμη μετά και την εκλογική εξαφάνιση των προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ στελεχών στις εκλογές της Κ.Ε.; Στο επίπεδο της πολιτικής ρητορικής η στροφή ξεκίνησε από τις περσινές εκλογές ακόμα, όταν μετά τον πετυχημένο ελιγμό της Νέας Δημοκρατίας το δίλημμα μετατοπίστηκε από το «μνημόνιο/αντιμνημόνιο» στο «εντός/εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης» και σ’ ένα ευρύτερο δίλημμα μεταξύ Δεξιάς/Αριστεράς, με τη Νέα Δημοκρατία να κερδίζει όχι μόνο ψήφους αλλά και τα σημεία εξαιτίας της προεκλογικής διγλωσσίας αρκετών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Στην πορεία και όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε και από τα δημοσκοπικά ευρήματα, φαίνεται ότι και η κοινωνία δείχνει να έχει ξεπεράσει το δίλημμα «μνημόνιο/αντιμνημόνιο», το οποίο παράγει μια ρητορική χρήσιμη κυρίως στις δυνάμεις που αμφισβητούν την κοινοβουλευτική δημοκρατία (κάποιες από αυτές και εντός του ΣΥΡΙΖΑ).

Σήμερα, έναν χρόνο μετά, και επιχειρώντας να αξιοποιήσει τις δύο σοβαρές κυβερνητικές κρίσεις που προκάλεσαν ο αντιρατσιστικός νόμος και η ΕΡΤ, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί τη στροφή στο Κέντρο, επενδύοντας στο δίλημμα Δεξιά/Αριστερά, ακολουθώντας όμως μια πιο «παραδοσιακή συνταγή»: αυτή του Ανδρέα Παπανδρέου της δεκαετίας του ’80.   Ένα από τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι το αν υπάρχει στο Κέντρο ακροατήριο πρόθυμο ν’ ακούσει τον πολιτικό λόγο και το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, όπως διαμορφώθηκαν μετά το συνέδριο. Θα έλεγε κανείς ότι η αποχώρηση της ΔΗΜ.ΑΡ. από την κυβέρνηση και η παραμονή του ΠΑΣΟΚ σε αυτή δημιουργεί ένα δυνητικό ακροατήριο. Δεν θα συμφωνήσω. Μια τέτοια ερμηνεία θα είχε το «αντιδεξιό μένος» ως μόνο κοινό τόπο συμφωνίας του ετερόκλητου χώρου της κεντροαριστεράς, που περιλαμβάνει πλέον αρκετούς φιλελεύθερους, και κάτι τέτοιο δεν ισχύει σε καμία περίπτωση, δεδομένου ότι οι κεντρώοι αισθάνονται πιεσμένοι εξίσου από τη δεξιά και τη ριζοσπαστική αριστερά, ειδικά όπως εκφράζεται από την ομάδα Λαφαζάνη.

Επιπροσθέτως, ακόμα κι αν το Κέντρο δείχνει να έχει χάσει πολύτιμο χρόνο στη δημιουργία ενός βιώσιμου κομματικού πόλου, στην πραγματικότητα όλο αυτό το χρονικό διάστημα ζυμώθηκε αρκετά ώστε να εκφράζει έναν ενιαίο λόγο που πλέον τοποθετεί το μεταρρυθμιστικό αίτημα πολύ ευρύτερα και στη μετά το μνημόνιο εποχή. Την ίδια στιγμή, το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ δεν έδωσε καθόλου ικανοποιητική, για τους κεντρώους, απάντηση. Ο αντιδεξιός λόγος του Αλέξη Τσίπρα, λοιπόν, σε συνδυασμό με τις θέσεις της δυνατής εντός του ΣΥΡΙΖΑ «Αριστερής Πλατφόρμας» του Παναγιώτη Λαφαζάνη, δεν βλέπω πώς μπορεί να γίνει ελκυστικός στο κεντρώο ακροατήριο στο οποίο στοχεύει.

Τα αποτελέσματα για την εκλογή των μελών της Κεντρικής Επιτροπής, λοιπόν, κάνουν τα πράγματα αρκετά περίπλοκα για τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ. Η μετά το συνέδριο ημέρα βρίσκει τον Αλέξη Τσίπρα να χρειάζεται κυρίως ένα πράγμα: χρόνο. Άραγε, ο χρόνος που χρειάζεται ο Αλέξης Τσίπρας για να ισορροπήσει μέσα στον ενιαίο αλλά ακόμα διακριτά ριζοσπαστικό ΣΥΡΙΖΑ να είναι αυτός που χρειάζονται οι δυνάμεις του κέντρου ώστε να καταφέρουν να δημιουργήσουν τον κεντρώο και με αξιώσεις εκλογικής επιτυχίας πόλο; Αυτό είναι κάτι που θα ξεκαθαριστεί, και μάλιστα σύντομα.

Δημοσιεύθηκε στη LIFO

Ευρώπη: και ο μήνας είχε εννιά.

Το ότι δεν κατάφερε να γίνει Google Doodle δηλαδή το χαρακτηριστικό εικονίδιο στην αρχική σελίδα αναζήτησης της Google που αφιερώνεται σχεδόν κάθε μέρα και σε διαφορετική επέτειο, σχολιάστηκε μάλλον εκτενώς ενώ το ότι ο Βρετανός πρωθυπουργός αποφάσισε να μην τοποθετήσει τη σημαία της Ένωσης στο Νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στρητ πέρασε μάλλον απαρατήρητο.  Για την Ημέρα της Ευρώπης, λέω. Την επέτειο της διακήρυξης της ίδρυσης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από τον Γάλλο πρωθυπουργό Ρομπέρ Σουμάν στις 9 Μαίου 1950. Στο τουίτερ, που λειτουργεί ως ενδιαφέρον βαρόμετρο της κοινής γνώμης, τα τουίτς ήταν ελάχιστα, τα περισσότερα αναδημοσίευαν το δελτίο τύπου που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Ένωση για την ημέρα ενώ τα μόνα πολιτικά σχόλια, κατά τον πιο ενδιαφέροντα τρόπο, γράφτηκαν από Έλληνες χρήστες.

«Μα, θα μπορούσε να είναι διαφορετικά δεδομένης της συγκυρίας;» θ’ αναρωτηθεί και μάλλον εύλογα, κανείς. Την ίδια απορία είχα κι εγώ γιαυτό αποφάσισα να κάνω μια μικρή έρευνα. Με τη βοήθεια του google αναζήτησα άρθρα που είχαν γραφτεί για την Ημέρα της Ευρώπης στον Τύπο αλλά και σε forum γνώμης από το 2000 μέχρι σήμερα. Με έκπληξη ανακάλυψα πως αυτό που κυριαρχούσε σε κάθε ανάλυση ήταν η γκρίνια. Τα τελευταία δέκα χρόνια (που έψαξα εγώ) η 9η Μαΐου περισσότερο θυμίζει «Ευρωπαϊκή Ημέρα της Γκρίνιας» παρά κάτι άλλο. Κάθε χρόνο δε, διατυπώνεται και μια πρόβλεψη για το ζοφερό μέλλον της Ένωσης ενώ κάθε ανάλυση κλείνει με κάποιο αόριστο ευχολόγιο για το μέλλον της.

Τι είναι αυτό που μας κάνει και γκρινιάζουμε κάθε χρόνο και με άλλη αφορμή; Σε ποιο ακριβώς σημείο το ευρωπαϊκό όραμα μας έχει απογοητεύσει και όλα όσα έχουμε καταφέρει επισκιάζονται, από τί αλήθεια; Πιστεύω ότι το λάθος βρίσκεται στον τελεολογικό τρόπο που αποτιμούμε την ιστορία.  Δηλαδή,  η αντίληψη ότι ένα πολιτικό όραμα έχει μια αφετηρία κι ένα δεδομένο τέρμα στο οποίο ολοκληρώνεται είναι εσφαλμένη γιατί η ιστορία δεν λειτουργεί έτσι και δεν είναι τυχαίο που αυτή η αντίληψη, παράγει ολοκληρωτικά καθεστώτα, «υπαρκτών» συστημάτων αφού ακριβώς βασίζονται σ’ ένα τελεολογικό, δηλαδή ολοκληρωτικό αίτημα.  Ένα όραμα όπως το Ευρωπαϊκό, δεν μπορεί παρά να εμπλουτίζεται και ν’ αναθεωρείται χρόνο με το χρόνο, μέρα με την ημέρα. Τα αιτήματα του 1950, του 1960, του 1980, του  2000 έχουν μικρή σχέση με τις ανάγκες του σήμερα.

Η Ευρώπη ως πολιτικός σχηματισμός είναι μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ποτέ άλλοτε, τόσα διαφορετικά κράτη, με τόσες μεγάλες πολιτισμικές διαφορές και με το  αίμα από τις αιώνιες έριδες ακόμα νωπό, δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν ενιαίο οικονομικό και πολιτικό σχηματισμό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ιδρύθηκε για να ξεπεράσει το βαθύτατο τραύμα του Ολοκαυτώματος που έθεσε σε ευθεία αμφισβήτηση τις ίδιες τις αρχές του Διαφωτισμού. Ιδρύσαμε την Ευρώπη, για να αποτινάξουμε από πάνω μας τις στάχτες των εκατομμυρίων που χάθηκαν στη ναζιστική γενοκτονία και το κάναμε με τρόπο ρεαλιστικό: ενώνοντας πρώτα τα πορτοφόλια μας. Προφανώς και τίθενται πολλά και σοβαρά θεωρητικά ζητήματα που άπτονται μέχρι και του συνταγματικού δικαίου.

Η δημοκρατική νομιμοποίηση από τους λαούς των αποφάσεων της Ένωσης είναι ένα ερώτημα που δεν πρέπει να επιχειρούμε να το κρύβουμε «κάτω από το χαλί» ή να παριστάνουμε ότι αγνοούμε την ύπαρξή του. Επιπλέον, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Τόνυ Τζαντ πριν από λίγα χρόνια, η Ευρώπη δεν μπορεί σήμερα να εγγυηθεί την ευημερία των πολιτών της με τους ίδιους όρους. Οι ανάγκες αλλάζουν, τα ερωτήματα ζητούν κάθε φορά νέες απαντήσεις που να καλύπτουν αυτές, ακριβώς, τις ανάγκες, το διακύβευμα όμως έχει μείνει το ίδιο και απαράλλακτο από τις 9 Μαΐου 1950 μέχρι σήμερα: Ειρήνη, Ελευθερία, Δημοκρατία και σ’ αυτό η Ευρώπη μας δεν τα έχει πάει καθόλου άσχημα.

Δημοσιεύθηκε στο Protagon