Ψήφος με τη γομολάστιχα.

Hatzo

Του Πάνου Τσιρίδη.

«Κυρίες και κύριοι, δεν είμαι ζητιάνος. Είμαι άνεργος, έχω οικογένεια και παιδιά. Κάνω μια έντιμη δουλειά. Πουλάω μολύβια με τη γομολάστιχα. Για το σχολείο και το γραφείο». Μπορεί και να πέρασαν δέκα χρόνια περίπου όταν πρωτοάκουσα στο μετρό τη συγκεκριμένη δημόσια δήλωση. Εντυπωσιάστηκα. Ήταν αυτό που λέμε «αλλαγή υποδείγματος»: Μέχρι τότε οι επαίτες δεν ντρέπονταν να δείχνουν ότι είναι επαίτες. Αναδείκνυαν το αντικείμενο της μειονεξίας τους. Ανατομική δυσμορφία, ατύχημα, πόλεμος, aids. H κατά πρόσωπο έκθεση αποτελούσε τη δύναμή τους.

Ο κύριος που δεν ήταν ζητιάνος μόλις είχε σκοτώσει τον Καρκαβίτσα. Είχε εισαγάγει στη χώρα ένα νέο pattern, το οποίο συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Αυτό που λέει το pattern είναι το εξής: «Δεν είμαι σαν τους άλλους που έχεις συνηθίσει. Τους επαγγελματίες. Δεν είμαι ένα απόμακρο ον, ένας άνθρωπος – ελέφαντας. Αντίθετα, σου μοιάζω. Είμαι σαν κι εσένα. Θα μπορούσα να είμαι εσύ».

Μια στιγμή: Πού έχουμε ξανακούσει, με τα ίδια χαρακτηριστικά, την ίδια εποχή, την ίδια αλλαγή υποδείγματος; «Δεν είμαι πολιτικός. Έχω μια κανονική δουλειά. Δεν είμαι μακριά από τα προβλήματα των πολιτών. Αφουγκράζομαι την κοινωνία». Δηλαδή: «Δεν είμαι σαν τους άλλους που έχεις συνηθίσει. Τους επαγγελματίες. Δεν είμαι ένα απόμακρο ον, ένας μεγαλόσχημος βουλευτής. Αντίθετα, σου μοιάζω. Είμαι σαν κι εσένα. Θα μπορούσα να είμαι εσύ».

Οι ρητορικές της πολιτικής και της επαιτείας μοιάζουν. Δεν είναι τυχαίο. Οι δύο μεγάλες βιομηχανίες του συναισθήματος στελεχώνονται από οξυδερκέστατους παρατηρητές της κοινωνίας και των αδιόρατων αλλαγών των ανθρώπινων διαθέσεων. Προσαρμόζουν το μήνυμά τους στις νέες συνθήκες με ταχύτητα που καμιά πολυεθνική δεν διαθέτει, χάρη στο πλήθος των ατόμων που λειτουργούν αυτόνομα στο πλαίσιό τους. Η μαγεία της αγοράς και του crowdsourcing. Κυρίως, βασίζονται στο μεγάλο κοινό τους χαρακτηριστικό: διατίθενται να εξαγοράσουν τους φόβους μας για το άγνωστο, με ένα νόμισμα ή με μία ψήφο.

Τι συνέβαινε πριν το «δεν είμαι πολιτικός»; Τα κόμματα επιδείκνυαν αυτό που ήταν: τεράστιοι μηχανισμοί εξασφάλισης της επιβίωσης. Η κατά πρόσωπο έκθεση αποτελούσε τη δύναμή τους. Όσο πιο ισχυρή η εικόνα, τόσο καλύτερο το αποτέλεσμα. Ίδια μέθοδος με την επαιτεία. Μετά ο κόσμος κουράστηκε. Υπέστη το «flooding» της συμπεριφοριστικής θεραπείας, την τεχνική που θεραπεύει τις φοβίες εκθέτοντας τον ασθενή στις οδυνηρές του μνήμες ώστε αυτός να ξαναφέρει στη συνείδησή του τα καταπιεσμένα συναισθήματα και να απαλλαγεί από αυτά.

Πόση εγκατάλειψη να δει κάποιος και να εντυπωσιαστεί πλέον, πόσες υποσχέσεις για καλύτερες μέρες να πιστέψει; Οι χειρότεροι μας φόβοι έρχονται σιγά-σιγά στην επιφάνεια, είναι δίπλα μας, αν όχι μέσα στα σπίτια μας. Τους ξεπερνάμε. Έτσι άνοιξε το έδαφος για την αλλαγή του υποδείγματος.

Δεν διαφωνώ με την «πολιτική χωρίς πολιτικούς». Είναι έξυπνο και περνάει το μήνυμα. Διαφωνώ με τους πολιτικούς χωρίς πολιτική. Γιατί, τελικά, όταν οι πολίτες καλούνται από τον κύριο-που-δεν-είναι-ζητιάνος να κάνουν μια μη-πολιτική επιλογή, ψηφίζουν τα αντίστοιχα προϊόντα του ελληνικού lifestyle: ηθοποιούς, δημοσιογράφους, αθλητές, τον Πρόδρομο, τον Τσάκα και τον Περικλή Στεργιανούδη. Ανθρώπους «σαν κι αυτούς».

Πράξη τρίτη. Έλλειμμα επιβίωσης, έλλειμμα αντιπροσώπευσης. Οι πύλες άνοιξαν. Σε κάθε στάση και ένας ζητιάνος. Τώρα, δίπλα στους επαγγελματίες επαίτες που κραδαίνουν πιστοποιητικά από νοσοκομεία και δίπλα στους μη-ζητιάνους που πουλάνε μαρκαδόρους είναι πραγματικά οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Κάθε δύο-τρεις μέρες και ένα νέο κόμμα. Με θολό πολιτικό στίγμα, χωρίς συγκροτημένο λόγο και βέβαια χωρίς καμία ελπίδα να ακουστούν πουθενά, σοβαροί και ψώνια, συγκροτημένοι και καριερίστες, μπουκάρουν στα βαγόνια του δημοσίου διαλόγου και ζητούν την υποστήριξή μας. Πόσους να σώσουμε από το υστέρημα της ψήφου μας;

Είδα πρόσφατα μια κυρία γύρω στα εξήντα. Γύρναγε στο τραίνο αμήχανα και πιο γρήγορα απ’ ό,τι πρέπει, έπρεπε να τη σταματήσεις για της δώσεις λεφτά, μίλαγε σχεδόν από μέσα της γιατί δεν το ‘χε δουλέψει και γιατί ακόμη ένιωθε την ντροπή του επιβάτη. Γιατί μέχρι πρόσφατα ήταν μία από αυτούς.

Οι ρητορικές της πολιτικής και της επαιτείας μοιάζουν. Σήμερα απευθύνονται σε απελπισμένους πολίτες που λίγα έχουν πλέον να χάσουν εκτός από τη ψυχή τους. Δεν έχουν πια μηνύματα, τι να πεις άλλωστε, απλώς ακούς ένα βόμβο ο οποίος δεν ξέρεις από πού ακριβώς προέρχεται. Όλα έχουν ειπωθεί. Δεν ξέρω πόσους θα προλάβουμε να σώσουμε σε αυτό το χαμό. Λίγο, όμως, να σκύψουμε να ακούσουμε, θα καταλάβουμε πού είναι η απάτη και πού η αξιοπρέπεια. Και πρέπει να δράσουμε αναλόγως.

Ο Πάνος Τσιρίδης είναι σύμβουλος επικοινωνίας.

Η γελοιογραφία του Δημήτρη Χαντζόπουλου δημοσιεύθηκε στις  28/02/2012 στα ΝΕΑ  

*Τα άρθρα που φιλοξενούνται στο μπλογκ εκφράζουν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους *