Η ανατομία μιας αναπάντεχης εκλογικής νίκης

Σύμφωνα με αξίωμα της πολιτικής επικοινωνίας, τις εκλογές τις κερδίζει αυτός που καταφέρνει να θέσει τα σωστά διλήμματα.

Είναι αυτό που είχαμε επισημάνει εδώ στο Liberal, στο σημείωμα της 23ης Δεκεμβρίου, αμέσως μετά τον α’γύρο των εσωκομματικών εκλογών της Νέας Δημοκρατίας:

«Αυτό που θα αντιπαρατεθεί στον β’γύρο είναι ο τρόπος που η Αντιπολίτευση θα τοποθετηθεί απέναντι στο αίτημα για την ανανέωση της και την άρθρωση πειστικής κυβερνητικής αντιπρότασης».

Ποίοι ήταν λοιπόν οι παράγοντες που επέτρεψαν στον Κυριάκο Μητσοτάκη να διατυπώσει εκείνος τα διλήμματα και να κερδίσει τις εκλογές;

Η απάντηση σ’αυτή την ερώτηση πρέπει ν’αναζητηθεί σε δύο επίπεδα: αυτό των οπαδών της Νέας Δημοκρατίας (ως τέτοιους, στις έρευνες κοινής γνώμης ορίσαμε αυτούς που τον Σεπτέμβριο ψήφισαν το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης) κι αυτό του ευρύτερου εκλογικού σώματος που έφερε στις κάλπες η ανοιχτή εκλογική διαδικασία.
Όσον αφορά τους οπαδούς της Νέας Δημοκρατίας.

Ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης και όσοι τον υποστήριξαν απέτυχαν να ερμηνεύσουν σωστά το αίτημα για ενότητα του κόμματος. Οι πολίτες ζήτησαν μια Νέα Δημοκρατία ενωμένη για  να σταθεί απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και όχι δίπλα στον Αλέξη Τσίπρα. Το ενδεχόμενο ο επόμενος πρόεδρος της ΝΔ να συναινεί στα κυβερνητικά σχέδια σε συνδυασμό με τις φήμες για “υπόγεια επικοινωνία” του πρώην Πρωθυπουγού Κώστα Καραμανλή με το Μέγαρο Μαξίμου συνέβαλλαν στον να εμπεδωθεί ένα αίσθημα σκεπτικισμού απέναντι στην υποψηφιότητα Μεϊμαράκη.

Αλλά και ο ίδιος ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης που υποτίθεται ότι ευαγγελιζόταν την ενότητα, τις τελευταίες εβδομάδες αντιπαρατέθηκε δημοσίως και μάλιστα με τρόπο οξύ με μεσαία στελέχη του κομματικού μηχανισμού, γεγονός που τελικά προκάλεσε συζήτηση για το πώς αντιλαμβανόταν την ενότητα του κόμματος.

Για τους οπαδούς της Νέας Δημοκρατίας και ειδικά για τα κομματικά στελέχη μέτρησε πολύ και η δυνατότητα του επόμενου προέδρου να κερδίσει τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ομάδα του κ.Μεϊμαράκη αν και επικαλούνταν το περίφημο DNA της παράταξης έδειξε να ξεχνάει ότι η ΝΔ ιδρύθηκε απο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ως κόμμα ευρύτερων συγκλίσεων και όχι αποκλεισμών και σ’αυτό ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδειξε ότι μπορεί να φέρει στις κάλπες πολίτες που δεν εντάσσονται κομματικά στη Νέα Δημοκρατία.

Τέλος, όσο και να αφορούσαν ένα κομματικό θώκο, οι εσωκομματικές εκλογές είναι μια βαθιά πολιτική διαδικασία και οι συγκεκριμένες αφορούσαν πρωτίστως την ταυτότητα του κόμματος. Το «λίγο απ’όλα» του Βαγγέλη Μεϊμαράκη δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα κλίμα υπέρ του ειδικά όταν βρέθηκε να έχει απέναντί του έναν υποψήφιο που πήρε καθαρές και απολύτως συγκεκριμένες θέσεις σε όλα τα γενικά και ειδικά πολιτικά ζητήματα.
Όσον αφορά το ευρύτερο, μη κομματικό κομμάτι του πληθυσμού που έλαβε μερος στη διαδικασία:

Μέτρησε πολύ ο τρόπος που διεξήγαγε τον αγώνα του ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Εδειξε επαγγελματισμό, σχεδιασμό, προγραμματισμό, ανάλυση και πειθαρχία. Αυτό μαζί με την κατίσχυσή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτούργησαν ως πειστήρια ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που όχι μόνο γνωρίζει τί σημαίνει σύγχρονο leadership αλλά μπορεί και να λειτουργεί ως σύγχρονος leader.

Ο ένας χρόνος διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ έκανε ορατή την ανάγκη ο επόμενος αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας να είναι ένας μορφωμένος, επαρκής επαγγελματίας αφού εχει γίνει πλέον φανερό ότι η ανεπάρκειά στο πολιτικό προσωπικό στοιχίζει με τρόπο μετρήσιμο στη χώρα.

Πάνω απ’όλα όμως, μέτρησε η υπόσχεση που έδωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης ότι θα πολιτευθεί διαφορετικά εφαρμόζοντας στο κόμμα τις αρχές της αξιοκρατίας μέσα από την αξιολόγηση των στελεχών, της σύνθεσης, της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Οι πολίτες δεν αντέχουν πλέον τον παλιό τρόπο και ο Κυριάκος Μητσοτάκης έπεισε ότι μπορεί να πολιτευθεί διαφορετικά.

Τέλος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έπεισε ότι μπορεί να κερδίσει τον Αλέξη Τσίπρα ανοίγοντας το κόμμα στο Κέντρο και εμπνέοντας ακόμα κι αυτούς που δεν τον ψήφισαν να εργαστούν μαζί του.
Τί περιμένουμε στο εξής από τη Νέα Δημοκρατία;

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δείχνει να έχει αντιληφθεί ότι δεν το κόμμα δεν έγινε μέσα σ’ενα βράδυ φιλελεύθερο και ότι αναδείχθηκε αρχηγός σ’ενα συντηρητικό, κεντροδεξιό κόμμα με ισχυρές φωνές της λεγόμενης λαϊκής δεξιάς. Θα καταφέρει να εκπληρώσει την υπόσχεσή του για νέο τρόπο πολιτεύεσθαι, αν διακρίνει τα στελέχη που μπορούν να δουλέψουν σ’αυτο μαζί του, άσχετα από το πού ανήκουν. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι από τους βουλευτές που ψήφισαν το σύμφωνο συμβίωσης δεν στάθηκαν δίπλα του όμως αντιλήφθηκαν ότι η εποχή απαιτεί εναν άλλο, πραγματιστικό τρόπο του πολιτεύεσθαι.
Στοίχημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι να καταφέρει να αποδείξει ότι στο σύγχρονο κόσμο ο τρόπος του πολιτεύεσθαι είναι που παράγει πολιτική κουλτούρα περισσότερο από τις συζητήσεις περί ιδεολογίας και ότι το αποτέλεσμα είναι αυτό που  μετράει. Άλλωστε η εκλογή του από μόνη της λειτουργεί ως απόδειξη όλων των παραπάνω.

Δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 11/11/2016

Advertisements

Εκλογές Νέας Δημοκρατίας – β’ γύρος: Θέσεις ή «λίγο απ’ όλα;

Την Κυριακή, στις εκλογές για την ανάδειξη προέδρου Νέας Δημοκρατίας, ο υποψήφιος για τη θέση κ. Βαγγέλης Μεϊμαράκης εμφανίστηκε φορώντας μια πολύ περίεργη μπλούζα, απροσδιόριστης κατηγορίας. Ήταν κάτι μεταξύ ζιβάγκο, πουλόβερ και πουκάμισου. Εξίσου απροσδιόριστο ήταν και το χρώμα της: κάτι μεταξύ του γαλάζιου της Νέας Δημοκρατίας και του μωβ που επιλέγουν συνήθως οι φιλελεύθεροι του Κέντρου. Αυτή η ενδυματολογική επιλογή οπτικοποίησε με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια όλα όσα κομίζει ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης στη συζήτηση για τη φυσιογνωμία της κεντροδεξιάς. Όλα όσα, τελικώς, δείχνουν να γίνονται αποδεκτά από μεγάλη μερίδα των φίλων, υποστηρικτών και ψηφοφόρων της και κωδικοποιούνται στην εξής φράση: λίγο απ’ όλα.

Αν και όλοι συμφωνούν με τη θέση ότι η Νέα Δημοκρατία χρειάζεται επειγόντως διακριτή ταυτότητα την οποία θα ορίζουν οι θέσεις της περισσότερο από τις αποφάσεις/αντιθέσεις της, τελικά είναι το «λίγο απ’ όλα», όπως το εκφράζει ο κ. Μεϊμαράκης, που προηγείται μέσα από τη διαδικασία της κάλπης τουλάχιστον.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Πρώτα απ’ όλα η Νέα Δημοκρατία δεν έχει καταφέρει να κάνει τη διάκριση μεταξύ της φυσιογνωμίας του κόμματος και της αποτελεσματικότερης τακτικής που πρέπει αυτό να υιοθετήσει απέναντι στην κυβέρνηση. Η Νέα Δημοκρατία δείχνει να μην έχει καταλάβει ότι άλλο πράγμα είναι η ταυτότητα, άλλο η στρατηγική, άλλο η τακτική. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι δείχνουν να πιστεύουν ότι μια σκληρή αντιπολίτευση σε κατατάσσει αυτομάτως στη λαϊκή δεξιά ή ότι «λαϊκή δεξιά» σημαίνει αντιπολίτευση σε υψηλούς τόνους. Άλλοι πάλι, προφανώς οι περισσότεροι, θεωρούν ότι κεντροδεξιά και συναίνεση σημαίνουν «λίγο απ’ όλα» και δεν σχετίζεται με κάποιο συγκεκριμένο αίτημα της οικονομικής και κοινωνικής ατζέντας, οπότε δεν κρίνουν σκόπιμο ν’ αρθρώνουν λέξη πολιτικού λόγου. Η σύγχυση αυτή είχε συνέπειες και στη γενικότερη συζήτηση. Από τον Ιανουάριο και μετά βλέπουμε στελέχη της Νέας Δημοκρατίας να ομιλούν για τη φυσιογνωμία του κόμματος, ενώ, στην πραγματικότητα, αναλύουν μια αντιπολιτευτική στρατηγική, με αποτέλεσμα η συζήτηση να γίνεται περισσότερο για το ύφος του αντιπολιτευτικού λόγου και όχι για το περιεχόμενό του.

Στον αντίποδα του «λίγο απ’ όλα» στάθηκε ο προεκλογικός αγώνας του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος παρουσίασε συγκεκριμένες προτάσεις, υπερασπίστηκε πολιτικές, έθεσε στόχους. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης περιέγραψε τη Νέα Δημοκρατία του παρόντος και του μέλλοντος μέσα από θέσεις και όχι αντιρρήσεις. Αυτή η επιλογή ήταν στρατηγικά επιτυχημένη. Αφενός αυτή η προσέγγιση ως τρόπος σκέπτεσθαι λειτουργεί από μόνη της ως τεκμήριο πραγματικά μεταρρυθμιστικής διάθεσης. Αφετέρου, ήταν αυτό που τον βοήθησε ν’ απαλλαγεί από το «βαρίδι» του ονόματός του.

Ο δεύτερος γύρος των εκλογών στη Νέα Δημοκρατία δεν θα έχει να κάνει τόσο με αντιπαράθεση ιδεολογίας, αφού δεν γίνεται ν’ αντιπαρατεθεί η φιλελεύθερη μεταρρυθμιστική κεντροδεξιά με το «λίγο απ’ όλα». Δεν υπάρχει περιεχόμενο αντιπαράθεσης στο επίπεδο των θέσεων και των ιδεών. Αυτό που θα αντιπαρατεθεί είναι ο τρόπος που η Αντιπολίτευση θα τοποθετηθεί απέναντι στο αίτημα για την ανανέωση της και την άρθρωση πειστικής κυβερνητικής αντιπρότασης.

Πώς θα βγούμε από το αδιέξοδο; Με συγκεκριμένες θέσεις ή με «λίγο απ’ όλα»; Το πόσο ορθολογικά θα τοποθετηθούν οι ψηφοφόροι απέναντι στο ερώτημα θα το μάθουμε στις 10 Ιανουαρίου.

Δημοσιεύθηκε στο Liberal.gr στις 23/12/2015

Η ατζέντα μπορεί να κρίνει τις εσωκομματικές στη Νέα Δημοκρατία.

Οι εσωκομματικές εκλογές στη Νέα Δημοκρατία πέρα από την αυτονόητη πολιτική τους σημασία παρουσιάζουν ένα εξαιρετικά μεγάλο ενδιαφέρον για τον ευρύτερο χώρο των πολιτικών επιστημών και της στρατηγικής πολιτικών μηνυμάτων, δεδομένου ότι η Νέα Δημοκρατία έχει απήχηση σ’ενα ευρύτατο φάσμα ψηφοφόρων, από τη Δεξιά μέχρι τη Κεντροδεξιά και τους Φιλελεύθερους αλλά κι ένα ευρύτερο τμήμα του εκσυγχρονιστικού/μεταρρυθμιστικού χώρου όπως αυτός έχει κατά καιρούς εκφραστεί από κόμματα όπως η Δράση ή το Ποτάμι.
Την ίδια στιγμή η ανοιχτή διαδικασία με την οποία θα διεξαχθούν οι εσωκομματικές εκλογές της Κυριακής, συνεπάγεται περιορισμούς στην δημοσκοπική πρόβλεψη του αποτελέσματος δεδομένου ότι δεν είναι σαφές το εκλογικό σώμα που θα προσέλθει, τελικώς, στην κάλπη.

Οι έρευνες που διεξήγαγε η εταιρεία Prorata έχουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί επιχειρούν να υπερβούν τους περιορισμούς, διερευνώντας τα κριτήρια βάσει των οποίων το εκλογικό σώμα θα επιλέξει πρόεδρο για τη Νέα Δημοκρατία. Σημειώνουμε ότι σε όλες έρευνες της Prorata δεν δηλώνεται πρόθεση ψήφου ακριβώς γιατί με το εκλογικό σώμα σε ρόλο «αγνώστου Χ» αυτή η πρόβλεψη θα ήταν προβληματική.
Η τελευταία έρευνα πολιτικών στάσεων και ανίχνευσης εντυπώσεων που διεξήγαγε η Prorata στο διάστημα 17-17 Νοεμβρίου μας δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία για τις εκλογές της Κυριακής.

Τα κριτήρια για την επιλογή προέδρου τέθηκαν από τους ίδιους τους υποψηφίους κατά τον προεκλογικό τους αγώνα καθώς ο καθένας από αυτούς ταυτίστηκε με το ζητούμενο που έθεσε ως διακύβευμα για το κόμμα του.

Τέσσερα είναι τα σημαντικότερα κριτήρια επιλογής του επόμενου αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας:
1. Να κρατήσει το κόμμα ενωμένο.
2. Να νικήσει τον Αλέξη Τσίπρα στην επόμενη εκλογική μάχη.
3. Να εφαρμόσει αποτελεσματικότερα τις Μεταρρυθμίσεις.
4. Να ανανεώσει το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.

Στην έρευνα προφανώς μετράμε τόσο ανάμεσα σε αυτούς που δηλώνουν ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας όσο και το γενικό πληθυσμό. Επιπροσθέτως, σε όλες τις τελευταίες πολιτικές έρευνες κοινής γνώμης που διεξήγαγε και διεξάγει η Prorata αναζητούνται απαντήσεις και βάσει της ψήφου στο δημοψήφισμα του Ιουλίου γιατί αντιμετωπίζουμε το δημοψήφισμα ως ένα μείζον πολιτικό γεγονός που η σε βάθος χρόνου διερεύνησή του προσκομίζει πάντα ενδιαφέροντα στοιχεία είτε ως επαλήθευση είτε ως συμπληρωματική ερμηνεία πολιτικών/εκλογικών συμπεριφορών.

Από την έρευνα προκύπτει σαφώς ότι στους ψηφόρους της Νέας Δημοκρατίας τον Σεπτέμβριο του 2015 το κριτήριο της Ενότητας αναδεικνύεται ως το σημαντικότερο κριτήριο επιλογή και σε ποσοστό που ανέρχεται στο 37% του δείγματος. Στον γενικό πληθυσμό, αντιθέτως, ως σημαντικότερο κριτήριο επιλογής προέδρου είναι η ικανότητά του ν’ανανεώσει το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας (38% του δείγματος).

Πιο συγκεκριμένα. Ανάμεσα στους ψηφοφόρους της ΝΔ που δηλώνουν ότι είναι βέβαιο ότι θα προσέλθουν στην κάλπη πρώτο κριτήριο αναδεικνύεται αυτό της Ενότητας (38%), δεύτερο αυτό της Ανανέωσης (27%) και τρίτο, με σχετικά μικρή διαφορά, τη δυνατότητα του νέου προέδρου να εφαρμόσει Μεταρρυθμίσεις (24%).

Στη λεγόμενη παράσταση νίκης, στον γενικό πληθυσμό, ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης υποδεικνύεται σε ποσοστό 59% ως ο νικητής των εκλογών.

Συνοπτικά, τα ευρήματα αυτά μας δίνουν αρκετά στοιχεία για τα κριτήρια που δείχνουν ότι θα επικρατήσουν για την επιλογή αρχηγού και σε συνδυασμό με το κάθε πρόσωπο που τα εκφράζει οδηγούμαστε σε κάποια συμπεράσματα.

Όπως έγραψα από την αρχή, σημαντικός παράγοντας θα είναι η προσέλευση στην κάλπη. Σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές αυτό το στοιχείο μπορεί να ειναι και το καθοριστικό για την εκλογή.
Ετέθη λοιπόν ως ερώτηση διασταύρωσης, αν ο ερωτώμενος είχε συμμετάσχει στις εσωκομματικές εκλογές του 2009 και πόσο πιθανό είναι να συμμετάσχει στις εκλογές της Κυριακές.
Από αυτούς που είχαν ψηφίσει για αρχηγό το 2009 ένα 43% δηλώνει μετά βεβαιότητος ότι θα συμμετάσχει στις εκλογές της Κυριακής.

Τα ποιοτικά στοιχεία της έρευνας, βάσει της ατζέντας των κοινωνικών αιτημάτων μας δείχνουν ότι ανάμεσα στους τέσσερις υποψηφίους φαίνεται ότι διαμορφώνονται δυο θεματικές υποψηφιότητες, πάντα σύμφωνα με το πώς το αντιλαμβάνεται η κοινή γνώμη τα δεδομένα. Έχουμε μια μεταρρυθμιστική/προοδευτική θεματική υποψηφιοτητα που συνδέεται με το πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη και μια ακραιφνώς συντηρητική που συνδέεται με τον Απόστολο Τζιτζικώστα.

Σε όλους τους δείκτες απήχησης, άσχετα αν οι ερωτώμενοι ψήφισαν ή όχι ΝΔ και ασχέτως αν σκοπεύουν να προσέλθουν την Κυριακή στην κάλπη, πρώτος αναδεικνύεται ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πως στην ίδια ερώτηση, ως προς την ψήφο στο δημοψήφισμα του Ιουλίου, ο Απόστολος Τζιτζικώστας αναδεικνύεται δεύτερος ανάμεσα στους οπαδούς του ΟΧΙ (στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ) ενώ στους ψηφοφόρους του ΝΑΙ δεύτερος αναδεικνύεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Απ’όλα τα παραπάνω εκτιμώ ότι σ’ενα μεγάλο ποσοστό, η δεύτερη θέση θα κριθεί απο την ικανότητα που θα έχουν οι υποψήφιοι να προσεκλύσουν το σώμα στις κάλπες, ένα εγχείρημα που διευκολύνεται, τουλάχιστον σε επίπεδο στρατηγικών επιλογών στην επικοινωνία από τις θεματικές υποψηφιότητες. Οι μεταρρυθμιστές/εκσυγχρονιστές και οι φιλελεύθεροι που θα αποφασίσουν να προσέλθουν στις κάλπες ή αντίστοιχα οι υπερσυντηρητικοί/αντιευρωπαϊστές μπορεί να κρίνουν τα αποτελέσματα του α’γύρου.
Μένει να δούμε, αν οι υποψήφιοι θα «παίξουν», έστω και την τελευταία στιγμή, σ’αυτό το πεδίο.

Δημοσιεύθηκε στο Liberal.gr στις 20/11/2015